Φίλοι!

Όλοι μας έχουμε φίλους. Από την πολύ νεαρή μας ηλικία μαθαίνουμε να κάνουμε παρέες. Παίζουμε ομαδικά παιχνίδια, μοιραζόμαστε τα παιδικά μας πάρτι. Και μεγαλώνοντας μοιραζόμαστε πολλά περισσότερα. Από τις νέες μας εμπειρίες στο σχολείο, έως και τα πολύ βαθιά μας προβλήματα, τα πολύ καλά κρυμμένα μυστικά μας! Μπορεί να έχουμε αρκετούς φίλους, μπορεί και μόνον ένα!

Όλοι οι φίλοι όμως που συναντάμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας κατατασσονται σε κάποια κατηγορία ή σε κάποιες!

1) Ο φίλος «κολλητός»

Δεν είναι απαραίτητα αυτός που ξέρει τα πάντα για εμάς. Πάντα υπάρχουν πράγματα που δεν μοιραζόμαστε ίσως και με κανέναν. Είναι όμως αυτό το ξεχωριστό άτομο για εμάς που έχει ζήσει τη ζωή μας, είναι το άτομο που πάντα είναι δίπλα μας και αντίστοιχα είμαστε πάντα δίπλα του. Είναι αυτός ο άνθρωπος που άνετα θα μπορούσε να είναι ο αδερφός /ή μας! Μπορεί να καταλάβει ποτέ μας συμβαίνει κάτι ακόμη και από απόσταση! Ξέρει πως να μας κάνει να γελάσουμε τη στιγμή που σπαραζουμε από το κλάμα! Είναι ο άνθρωπος που όσο μακριά και αν είναι, όσο καιρό και αν κάνει να μας δει η να μας μιλήσει ακόμη, δεν χάνεται! Δεν απομακρύνεται και δεν μας ξεχνάει! Είναι ο άνθρωπος που θα μας μιλήσει με το χειρότερο τρόπο αν χρειαστεί και θα μας κάνει να αντιμετωπίσουμε την οποία σκληρή πραγματικότητα, γιατί μας αγαπάει!

2) Ο φίλος «γκομενος»

Είναι αυτό το άτομο που νομίζει πως αν κάνεις παρέα με άλλους τον «απαντάς» και παρεξηγειται συχνά! Κανονιζεις να πας για καφέ και δεν του/της λες να έρθει; Θα σου κάνει σκηνή ζήλιας! Μιλάς πιο οικεία και πιο συχνά με έναν σηνεργατη/συμφοιτητη σου;  «Γιατί μιλάτε έτσι; Τι συμβαίνει; » Κάπως έτσι θα αρχίσει… «Με παραμελείς και δεν μου αρέσει! Δεν σου κάνω πια για παρέα; » Και κάπως έτσι θα τελειώσει!

3) Ο «μόνο φίλος»

Ας μην κοροϊδευομαστε… Ολες/όλοι σχεδόν, οι ελευθεροο/ες λέμε πάντα, έχετε ή είχατε ένα τέτοιο φιλαράκι! Παντού μαζί, σε όλα μαζί, κοινά μυστικά, το βράδυ αγκαλιτσες κλπ και για όλους τους άλλους «μόνο φίλοι».

4) Ο φίλος «γνωστός»

Εκείνο το άτομο που ξέρουμε πως ονομάζεται, ξέρουμε ίσως και κάποια άλλα πράγματα για αυτόν, αλλά ποτέ δεν έχουμε κάνει παρέα. Παρόλα αυτά, αποφασίσουμε  να βγούμε για καφέ ή οπουδήποτε αλλού μαζί του; Θα πούμε τα πάντα τα για εμάς, για κάθε θέμα και λεπτομέρεια, έτσι  γιατί νιώσαμε άνετα.

5) Ο φίλος «σωσιας»

Είναι αυτός που οπότε χρειαζόμαστε μια λυση/βοήθεια /καλυψη/εργασια/δουλειά κλπ τρέχουμε σε αυτόν και το ζητάμε και λέει πάντα ναι!

Πιστεύω πως υπάρχουν και άλλες κατηγορίες που ίσως τις γνωρίζετε! Αν συμφωνήτε με τις παραπάνω κατηγορίες κοινοποιήστε. 

Advertisements

Serene

What serenity means, is the most times something personal. It is something different for each one of us! For me, serenity is flirting with the sea. I feel really serene when I sit next to the quiet sea. It feels like nothing can agitate it! Not the air, not the clouds into the sky, not the people swimming, nothing! This is what means to me, being serene. It means nothing can bother you! 

21032325_1769582656667927_703424216764136561_n

~Photo I took at Salamina Island in Greece~

Γαλήνη Στην Ψυχή!

Πως νιώθεις;

Η απάντηση ξέρω πως είναι περίπλοκη… Δύσκολη.

«Τι εννοείς; Για ποιο πράγμα ρωτάς; » Πιθανόν να μου απαντήσεις.

Είναι μια τόσο απλή ερώτηση που στην πραγματικότητα ξεχνάμε να κάνουμε ακόμη και στον εαυτό μας, τον πρώτο που θα έπρεπε να ενδιαφερθούμε!

Ρωτάμε «Τι κάνεις;» Απαντάμε «Καλά.» Και τέλος. Αυτό ήταν. Πείσαμε ότι είμαστε καλά και πειστήκαμε ότι οι γύρω μας είναι καλά.

Έχει περάσει ποτέ μια στιγμή να αναρωτηθείς γιατί αντιδράς (ή δεν αντιδράς) σε κάποιες καταστάσεις; Γιατί σε πιάνουν τα κλάματα τόσο εύκολα; Γιατί νευριάζεις; Γιατί είσαι απαθής κάποιες φορές; Γιατί δεν προσπαθείς να αλλάξεις ότι δεν σου αρέσει; Γιατί λες ένα καλά είμαι και απλά πιστεύεις ότι έπεισες τους άλλους, ενώ δεν πείθεις ούτε καν εσένα;

Ενώ θα μπορούσες να πεις «Όχι, δεν είμαι καλά, δεν νιώθω όπως θα ήθελα…» Και να πεις όσα νιώθεις, όσα σε ενοχλούν και να κάνεις την αρχή να αλλάξεις όσα δεν σου ταιριάζουν… Να κάνεις τον εαυτό σου χαρούμενο.

Και όταν θα βγάλεις από μέσα σου όσα σε ταλαιπωρούν, όταν θα σταματήσεις να αφήνεις την ζωή σου στα χέρια του χρόνου και της τύχης, θα δεις πόσο όμορφα θα νιώσεις. Πόσο θα ηρεμήσεις και θα χαλαρώσεις! Όταν δεν θα υπάρχει τίποτα, καμία σκέψη, κανένα συναίσθημα να σε βασανίζει, τότε θα νιώσεις αυτό το τόσο όμορφο συναίσθημα! Θα νιώσεις γαλήνη! Γαλήνη στην ψυχή και το μυαλό σου!

Όταν Σπάσει Το Τείχος!

Από πολύ μικρή ηλικία ήθελες να κάνεις πολλά πράγματα! Έκανες όνειρα για αυτά και έφτιαχνες στο μυαλό σου σενάρια και συζητήσεις σχετικά με αυτά! Τα φανταζόσουν να συμβαίνουν! Ήθελες τόσο πολύ να καταφέρεις να γίνεις σαν τα πρότυπά σου, ότι και αν σήμαινε αυτό! Το σώμα που σου άρεσε, η εργασία που σου άρεσε, ο χαρακτήρας που ήθελες να αποκτήσεις. Έκανες σενάρια ακόμη και για το πως θα είναι ο γάμος σου, ο άντρας/η γυναίκα σου, τα παιδιά που ίσως να ήθελες… Τα είχες σκεφτεί όλα! Ακόμη και αν τίποτα δεν πήγαινε όπως το είχες φανταστεί, πάντα είχες κάποιο σενάριο στο μυαλό σου, ακόμη και για το πως θα απαντούσες στον επόμενο τσακωμό σου, ή στο επόμενο φλερτ σου!

Ήταν τόσο απογοητευτικό να περνάει η ζωή σου και να μην γίνεται τίποτα όπως το ήθελες… Όχι τόσο γιατί δεν απέκτησες πράγματα που ίσως ήταν σχεδόν αδύνατα, όπως το τέλειο σώμα που είδες στην τηλεόραση, αλλά γιατί υπήρχαν πράγματα που θα μπορούσες να ζήσεις όπως ήθελες, αλλά φοβήθηκες να τα κατακτήσεις! Φοβήθηκες να διεκδικήσεις όση ελευθερία ήθελες, χρειαζόσουν και είχες το δικαίωμα να αποκτήσεις… Φοβήθηκες μην παρεξηγηθείς, μην πληγώσεις κάποιον, μην κάνεις κάποιον να νιώσει άσχημα, άβολα, περίεργα και κάπως έτσι άφηνες την προσπάθεια για αυτά που ήθελες εσύ να έχεις!

Ήξερες πως αν σου ζητούσαν μία χάρη, θα στεναχωρούσες αν έλεγες όχι. Ήξερες όμως και ότι δεν ήθελες, δεν μπορούσες, ή δεν ένιωθες καλά με τον εαυτό σου αν έλεγες ναι. Παρόλα αυτά έλεγες ναι! Γιατί φοβόσουν! Φοβόσουν να πεις όχι!

Έχασες σημαντικές ευκαιρίες, από το να ορίσεις ποιος θα είναι στην ζωή σου, μέχρι το πόσο θα μπορεί κάποιος να σε πλησιάσει, να σε γνωρίσει και να επιδράσει επάνω σου. Και έτσι ο κάθε ένας μπορούσε να σου φερθεί όπως ήθελε και να πάρει από εσένα ότι ήθελε. Έμαθες τους γύρω σου να μην έχουν τύψεις που επιδρούσαν επάνω σου άσχημα, αλλά να νιώθουν πως είναι σωστοί. Και εσύ ο ίδιος/η ίδια, άφηνες να συνεχίζεται αυτό, νομίζοντας πως θα άλλαζε από μόνο του.

Άφησες να σε κάνουν ότι ήθελαν, να σε εκμεταλλευτούν, να σε ξεζουμίσουν, ώσπου στέρεψες και δεν είχες άλλα να δώσεις! Και τότε είναι που ένιωσες πόσο άδειος/άδεια είχες μείνει… Τότε είναι που κατάλαβες πως δεν μπορούσες να αντέξεις άλλο και άρχισες να αντιδράς. Άρχισες να μιλάς και να μην αφήνεις πλέον κανέναν να αποφασίσει για εσένα. Κανέναν να μιλήσει αντί για εσένα, να πράξει αντί για εσένα, να ζήσει αντί για εσένα! Τότε έσπασες το τείχος που χώριζε εσένα με την ζωή σου και πήρες τα ηνία!

Ίσως να είχες νιώσει πως ήταν πια αργά για να αλλάξεις, να ζήσεις όπως θες και όπως σου άξιζε. Το έκανες όμως. Είπες «θα προσπαθήσω» και έτσι τα κατάφερες! Όλοι απορούσαν και σε ρωτούσαν τι έγινε και άλλαξες. Πάρα πολλοί ήταν αυτοί που νόμιζαν πως απλά τρελάθηκες και άρχισες να πετάς κόσμο από την ζωή σου, μα εσύ ήξερες! Ήξερες τι άνθρωπος είσαι και ποιους χρειάζεσαι! Δεν χρειαζόσουν όλους αυτούς τους περιττούς στην ζωή σου, που το μόνο που έκαναν ήταν να σε φορτώνουν με βάρος! Και έτσι το τείχος δεν ξανασηκώθηκε ανάμεσα σε εσένα και την ζωή σου! Έτσι πλέον ζεις!  

 

Σε Απόσταση Αναπνοής!

Νουβέλα, είδους: (κοινωνικό) δράμα. Είναι η αγαπημένη μου, από όσες Νουβέλες έχω γράψει! Διαδραματίζεται στην Πάτρα, με πρωταγωνίστρια την Νόρα. Γράφω στο πρώτο ενικό πρόσωπο, όπως τα περισσότερα δράματα που γράφω, ώστε να δημιουργείται στον αναγνώστη η αίσθηση ότι είναι ο ίδιος μέρος της υπόθεσης! Θα ήταν τιμή μου κάθε κοινοποίηση, αλλά όχι αντιγραφή επικόλληση το κείμενο.

Βρισκόμαστε στην μεγαλύτερη πόλη της Πελοποννήσου, την Πάτρα! Το όνομά της το έλαβε από τον Πατρέα, έναν Αχαιό από την Σπάρτη.

Είναι η περίοδος του Πατρινού καρναβαλιού. Η μεγαλύτερη αποκριάτικη εκδήλωση στην Ελλάδα. Εγώ, η Νόρα, είμαι 14 χρονών. Πρώτη φορά πήγα στο καρναβάλι, συνήθως με άφηναν στο σπίτι! Είχα πάει με τον μπαμπά μου, τον Λουκά, που είχε δύο ημέρες χωρίς να ταξιδεύει και την μαμά μου, την Μάρθα. Ήταν η τελευταία Κυριακή, η ώρα όπου καίγανε τον Βασιλιά καρνάβαλο, στο λιμάνι της Πάτρας. Όλοι χόρευαν, πετούσαν πυροτεχνήματα, γινόταν χαμός!! Η μουσική χαμήλωσε και άρχισαν οι αναγγελίες για το επόμενο καρναβάλι. Τότε μας βρήκαν οι θείοι μου, ο Βλάσης, διευθυντής εργοστασίου ανακύκλωσης και η Πόπη, μαζί με τα ξαδέρφια μου, τον 18χρονο Μιχάλη και την 10χρονη Μαρίζα. Είχαμε αρχίσει και πίναμε.. η ξαδέρφη μου ήταν η μόνη που δεν έπινε!! Η αλήθεια είναι ότι το είχαμε παρακάνει με το ποτό εκείνο το βράδυ!! Εγώ ειδικά, που πρώτη μου φορά έπινα ποτό!! Αχ.. ήμουν τόσο χαρούμενη εκείνο το βράδυ!! Ήθελα τόσο πολύ να πάω μαζί τους! Όμως, από την πολύ χαρά μου έχασα τον έλεγχο και μέθυσα. Χόρευα, γέλαγα.. Δεν καταλάβαινα τι έκανα σχεδόν!!

Πλήρωσα ακριβά όμως αυτό το μεθύσι!! Πολύ ακριβά!!  Ξύπνησα σήμερα το πρωί, στο κρεβάτι ενός ξενοδοχείου!! Όχι μόνη μου όμως!! Μόλις συνειδητοποίησα ποιος ήταν δίπλα μου πετάχτηκα από το κρεβάτι στην άλλη άκρη του δωματίου τσιρίζοντας!! Έπαθα σοκ!! Τι έκανα;; Και κυρίως, με ποιον το έκανα!! Ένιωθα αηδία και μόνο που το σκέφτηκα, το τι μπορούσε να είχε γίνει μεταξύ μας, καθώς τον είχα πλησιάσει!! Από τις φωνές μου τον ξύπνησα!  Με έπιασε από το χέρι και μου ψιθύρισε «Σταμάτα να φωνάζεις!! Δεν έγινε τίποτα κακό μεταξύ μας!! Αυτό θα είναι το μυστικό μας..» Από την μία ένιωσα μία τεράστια ανακούφιση, καταλαβαίνοντας πως δεν είχα χάσει αυτό το τόσο πολύτιμο που είχα!! Την παρθενιά μου!! Όμως.. πως θα γυρνούσα στο σπίτι;; Τι θα έλεγα στους γονείς μου;; Ήμουν σε απόγνωση! Ντύθηκα, χωρίς καν να τον κοιτάω! Εκείνος συνέχιζε τον ύπνο του ήρεμος, εντελώς χαλαρός! Πως μπορούσε;; Μήπως τελικά, όντως δεν είχαμε κάνει κάτι κακό; Μήπως εγώ είμαι υπερβολική;; Δεν ξέρω!! Έφυγα και πήρα το λεωφορείο για το σπίτι. Όταν έφτασα, ο μπαμπάς μου είχε ήδη φύγει για το καράβι. Σαν καπετάνιος έπρεπε να είναι εκεί σχεδόν κάθε ημέρα! Έτσι βρήκα μόνο την μητέρα μου στο σπίτι. Μόλις με άκουσε να μπαίνω, άφησε την δουλειά που έκανε και έτρεξε και με πήρε αγκαλιά!

Μάρθα: Αγάπη μου, που ήσουν;; Όλο το βράδυ έλειπες!!

Την βλέπω πόσο έχει ανησυχήσει.. Δεν μπορώ να της επιβεβαιώσω την ανησυχία της, πως κάτι μου συνέβη!! Έτσι, αποφασίζω να της πω ψέματα! Να της πω για πρώτη μου φορά ψέματα!!  «Μαμά, ηρέμησε! Σε μία φίλη μου από το σχολείο έμεινα, που την συνάντησα εχτές, στο καρναβάλι..» Πραγματικά δεν ξέρω πως κατάφερα να βγάλω τις λέξεις από το στόμα μου!! Φαίνεται να με πίστεψε.. Της είπα πως θέλω να πάω να διαβάσω και πήγα στο δωμάτιό μου!! Κλείνοντας την πόρτα ξέσπασα σε κλάματα!! Αρχίζω και θυμάμαι.. Θυμάμαι όσα έγιναν!! Τι αηδία!! Με πήρε από το καρναβάλι, λέγοντάς μου πως πρέπει να ξαπλώσω γιατί ήπια πολύ.. Προσποιήθηκε ότι με νοιάζεται!! Με πήγε στο ξενοδοχείο, αλλά εγώ δεν έδωσα σημασία.. Δεν λειτουργούσα!! Όταν μπήκαμε στο δωμάτιο, άρχισε να με γδύνει λέγοντάς μου πως δεν κάνει να κοιμόμαστε με τα ρούχα. Εγώ απλά τον άφηνα. Γιατί;; Με ξάπλωσε στο κρεβάτι και άρχισε να με χαϊδεύει περίεργα, σε μέρη του δώματός μου, που ούτε εγώ δεν άγγιζα! Γιατί το έκανε αυτό;; Τον έσπρωχνα και του έλεγα να σταματήσει. Ένιωθα τρομερή αηδία!  Μετά νευρίασε και με άφησε να κοιμηθώ, αλλά ξάπλωσε δίπλα μου, γυμνός! Με πιάνει τρέμουλο, δεν είμαι καθόλου καλά!! Πρέπει κάτι να κάνω, να το ξεχάσω όλο αυτό!! Τι αηδία!!

Αρχίζουν και περνάνε οι μέρες. Δεν έχει έρθει καθόλου στο σπίτι. Έχω αφοσιωθεί στα μαθήματά μου προσπαθώντας να ξεχάσω.. Βοηθάει! Ήδη αρχίζω και ηρεμώ τώρα. Έχει έρθει το Πάσχα. Είναι από τις ημέρες που είμαστε όλοι εδώ στο σπίτι. Ευτυχώς από το καρναβάλι ως σήμερα, η μητέρα μου δεν δούλευε και ήταν εκείνη μαζί μου στο σπίτι. Τώρα όμως.. άρχιζε δουλειά και ο μπαμπάς μου ήρθε μόλις για μία ημέρα!! Για σήμερα!! Η μαμά μου και η θεία μου μαγειρεύουν στην κουζίνα, ενώ ο μπαμπάς μου και ο θείος μου ψήνουν στην αυλή το κρέας. Εγώ κάθομαι μαζί με τα ξαδέρφια μου στο σαλόνι. Η Μαρίζα, είναι όπως πάντα ήρεμη, αμίλητη. Μόνο όταν την πειράζει ο Μιχάλης φαίνεται να ζωντανεύει.. Ίσως γιατί συνέχεια την γαργαλάει, ή την νευριάζει. Ενώ εγώ πάω στην τουαλέτα. Την ώρα που πλένω τα χέρια μου ακούω χτύπημα στην πόρτα. «Άλλος..» λέω, όμως η πόρτα ανοίγει. Δεν με άκουσαν;; «Άλλος, μισό λεπτό!!» Μπαίνει μέσα όμως.. «Το ήξερα ότι είσαι εσύ μέσα, για αυτό και μπήκα..» Μου ψιθύρισε πλησιάζοντάς με. Τραβήχτηκα.. Πάω να φύγω όμως δεν μπορώ. Με κρατάει από την μέση και με έχει στριμώξει στην γωνία του μπάνιου. Αρχίζει και πλησιάζει το πρόσωπό του στον λαιμό μου.. Του λέω να με αφήσει, όμως δεν με ακούει! Νιώθω τα μάτια μου που βουρκώνουν!! Όμως, ευτυχώς με αφήνει. «Έχουμε καιρό..» λέει.. Φεύγω αμέσως και πάω πάλι στο σαλόνι. Μετά από λίγο έρχεται ο Μιχάλης και πειράζει την αδερφή του. Μόλις βλέπει ότι εκείνη κουράζεται, έρχεται σε εμένα. Εγώ όμως δεν έχω καμία όρεξη! «Άφησέ με.. μη με αγγίζεις!!» του λέω.

Μιχάλης: Τι έπαθες;;

Τον κοίταζα με τόση αποφασιστικότητα που πήγε πάλι στην αδερφή του. Η θεία μου μας φώναξε να πάμε για φαγητό, αλλά εγώ ήμουν αφηρημένη. Είδα μόνο την Μαρίζα που έτρεξε προς την μαμά της λέγοντας πως την πειράζει ο Μιχάλης. Εγώ, ακόμα βυθισμένη στις σκέψεις μου, να σκέφτομαι την φράση που μου είπε στην τουαλέτα.. «Έχουμε καιρό» Τι έχουμε καιρό;; Δεν θα με αφήσει ήσυχη;; Πάνω που ηρέμησα, γιατί με ταράζει;; Τι θέλει;;

Η θεία μου με άγγιξε στον ώμο και συνήλθα. Έκατσα μαζί με τους υπόλοιπους στο τραπέζι να φάμε. Τους κοιτάζω όλους έναν, έναν.. Φαίνονται τόσο χαρούμενοι!! Και εγώ έτσι θα έπρεπε να είμαι σήμερα!! Είναι Πάσχα!! Είναι η ημέρα που είναι σπίτι ο μπαμπάς μου!! Και εγώ είμαι τόσο.. λυπημένη!! Ο μπαμπάς μου με είδε και σκέφτηκε να με πειράξει.

Λουκάς: Είχαμε συνηθίσει την Μαριζούλα να είναι μουτρωμένη την ώρα του φαγητού, σήμερα πήρες εσύ την θέση της Νόρα;

Η αλήθεια είναι ότι μόνο αστείο που δεν μου φάνηκε.. Ωστόσο οι υπόλοιποι γελούσαν ασταμάτητα. Ευτυχώς οι ώρες περνούσαν γρήγορα και βράδιασε. Έφυγαν όλοι για να πάνε για ύπνο. Ο μπαμπάς μου ήδη είχε κοιμηθεί, αφού έφευγε πρωί, πρωί. Εγώ βοήθησα την μητέρα μου να μαζέψει το σπίτι και μόλις τελειώσαμε πήγαμε στα δωμάτιά μας. Ξάπλωσα να κοιμηθώ, τρομερά κουρασμένη. Προσπαθώ πάρα πολύ. Όμως δεν μπορώ να κοιμηθώ!! Στριφογυρνάνε τόσο έντονα μέσα στο μυαλό μου οι εικόνες από τότε.. Από το καρναβάλι. Μέσα σε μία του φράση, γύρισε όλες μου τις άσχημες σκέψεις στο μυαλό μου!! Μία του φράση.. «Έχουμε καιρό!»

Σιγά, σιγά άρχισα να ηρεμώ, ώσπου κατάφερα να κοιμηθώ.

Είμαι μέσα σε ένα κουτί και προσπαθώ να βγω. Χτυπάω με όλη μου την δύναμη, όμως δεν μπορώ. Ξαφνικά ακούω βήματα. Φωνάζω βοήθεια και αμέσως τα βήματα ακούγονται πιο κοντά. Μου ανοίγει το κουτί να βγω. Είναι αυτός!! Πάω να φύγω αλλά με κρατάει, λέγοντάς μου ότι δεν μπορώ να πάω πουθενά και με κλείνει πάλι μέσα στο κουτί!! Το κουτί αρχίζει και γεμίζει νερό.. δεν μπορώ πια να αναπνεύσω.. Πνίγομαι!!

Χτυπάει το ξυπνητήρι μου και πετάγομαι. Έχει έρθει το πρωί. Πρέπει να ετοιμαστώ γρήγορα, να αποχαιρετήσω, για άλλη μία φορά, τον μπαμπά μου. Αυτή τη φορά όμως, ήμουν σίγουρη ότι δεν θα ήταν όπως τις προηγούμενες φορές!! Αυτή τη φορά, η μαμά μου δούλευε και υπεύθυνος για εμένα έμενε ο θείος μου και ο ξάδερφός μου!! Ο ξάδερφός μου δούλευε μαζί με τον θείο μου και έτσι είχαν παρόμοιο πρόγραμμα. Η Μαρίζα, είχε την μαμά της πάντα στο σπίτι, αφού δούλευε μόνο ώρες που μπορούσε να την αφήσει με τον θείο μου, ή με τον αδερφό της. Μέχρι και τώρα, η ξαδέρφη μου και η θεία μου τους βλέπουν με το ζόρι τις Κυριακές ή κάποια βράδια τους βλέπει η Μαρίζα, ανάλογα ποιος θα γυρίσει νωρίτερα. Θυμάμαι από μικρή είχε εφιάλτες και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Για αυτό και καμιά φορά προλαβαίνει να τους δει. Τώρα, όπως και κάθε φορά που ο μπαμπάς μου έφευγε, ενώ η μαμά μου δούλευε, ο θείος μου και ο ξάδερφός μου, φροντίζουν να περνάει ο ένας από τους δύο κάθε βράδυ πριν πάνε στο σπίτι τους, για να βλέπουν αν είναι όλα καλά. Από την πρώτη και όλας εβδομάδα, άρχισε να έρχεται μόνο ο ένας, με την δικαιολογία πως ο άλλος είχε περισσότερες δουλειές.

Στην πραγματικότητα όμως, έρχεται για εμένα! Η μαμά μου δουλεύει όλη μέρα και έτσι μόλις γυρνάει πέφτει για ύπνο και δεν τον βλέπει καθόλου. Μου έχει πει όμως να του ανοίγω εγώ για να ξέρουν ότι είμαστε καλά. Ήρθε.. χτυπάει την πόρτα. Η μαμά μου κοιμάται! «Καλά είμαστε, η μαμά κοιμάται και εγώ πάω τώρα γιατί έχω σχολείο αύριο.. καληνύχτα!» Δεν του άνοιξα καν την πόρτα. «Άνοιξέ μου, άσε με να μπω μέσα. Ξέρεις ότι σε αγαπάω!» Τώρα τι να κάνω;;;; Και αν πει της μαμά μου ότι δεν ανοίγω;;; Ανοίγω την πόρτα και μπαίνει μέσα αγκαλιάζοντάς με.. αλλά όχι όπως όλους!! Σαν να θέλει να με πάει στο κρεβάτι!! Δεν θέλω! «Αν το ξανά κάνεις αυτό θα έχεις πρόβλημα!! Δεν θες να έχει άλλον έναν λόγο να στεναχωρηθεί η μαμά σου σωστά;» Με κοιτάζει με τόσο ανατριχιαστικό τρόπο!! Δεν μπορώ ούτε να τον βλέπω! «Όχι, δεν θέλω.. Αλλά άφησέ με!! Νυστάζω!» έχω αρχίσει και φοβάμαι. Το νιώθω!! Δεν θα με αφήσει!! Έχει κολλήσει επάνω μου και το ..νιώθω επάνω μου! Αηδιάζω!! Αρχίζει και με φιλάει στον λαιμό πηγαίνοντας πιο κάτω το χέρι του!! Νιώθω περίεργα.. δεν το έχω ξανά νιώσει αυτό!! Δεν μου φαίνεται σωστό όμως!! Πάει να μου βγάλει το παντελόνι.. Τον σπρώχνω!! «Άσε με, σε παρακαλώ!!» Με πιάνουν τα κλάματα!! Με κοιτάζει και μου λέει να σταματήσω να ακούγομαι!! Ακούει έναν ήχο από το δωμάτιο της μαμάς μου και απομακρύνεται. «Θα σε δω αύριο!» λέει και φεύγει γρήγορα.

Μάρθα: Τι κάνεις εκεί;; Ήρθε κανείς;

Νόρα: Ήρθαν να δουν αν είμαστε καλά..

Μάρθα: Αα.. εντάξει, άντε για ύπνο κορίτσι μου, έχεις σχολείο αύριο!

Γύρισε στο δωμάτιό της, χωρίς να καταλάβει τίποτα. Περνάνε οι ημέρες.. οι εβδομάδες.. Έρχεται πια, κάθε βράδυ εκείνος.. Κάθε βράδυ περνάω το ίδιο βασανιστήριο!! Με στριμώχνει και πηγαίνει τα χέρια του σε σημεία που με κάνει να νιώθω πάρα πολύ άβολα!! Δεν με αφήνει να ησυχάσω! Λέει πως αν πω το οτιδήποτε, ή αν αντιδράσω και προσπαθήσω να τον σταματήσω, θα είναι τεράστιο λάθος μου. Επιμένει πως το κάνει για το καλό μου! Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω ακόμα τι ακριβώς εννοεί όταν το λέει αυτό! Αυτό που σίγουρα ξέρω όμως, είναι ότι δεν είμαι καλά.. Καθόλου καλά!! Νιώθω αηδία για το σώμα μου!! Εμένα την ίδια!! Δεν μπορώ πια να κοιτάζομαι στον καθρέφτη! Νιώθω πως βλέπω μία άλλη! Κάθε μέρα που πάω στο σχολείο, νιώθω όλο και πιο απόμακρη, πιο ξένη με όλους τους και ιδίως με τα αγόρια.. Αποφεύγω κάθε σχέση με το αντίθετο φίλο.. Τις προάλλες, ένας συμμαθητής μου με ρώτησε κάτι για ένα μάθημα και του μίλησα πολύ απότομα! Πραγματικά νιώθω απαίσια όταν αντιδράω έτσι!! Δεν μπορώ να το ελέγξω όμως! Σήμερα όμως θα σταματήσει όλο αυτό!! Θα μιλήσω στην μητέρα μου!! Απόψε! Αχ.. εύκολο να το λες.. Πολύ εύκολο να το λες! Το βράδυ, που γύρισε από την δουλειά, πριν να έρθει αυτός, της άνοιξα κουβέντα.

Νόρα: Μαμά.. θέλω να μιλήσουμε!

Μάρθα: Έγινε κάτι;

Νόρα: Ναι.. βασικά, δεν ξέρω πώς να στο πω..

Μάρθα: Τι συμβαίνει;

Νόρα: Μαμά.. ξέρεις.. από τότε που ήρθα πρώτη φορά στο καρναβάλι.. δεν με έχει αφήσει ήσυχη.. Εννοώ.. δεν είχα κοιμηθεί σε καμία φίλη μου! Ξύπνησα μαζί του στο ίδιο κρεβάτι.. και από τότε με κυνηγάει!! Λέει πως είναι για το καλό μου αλλά δεν το νομίζω.. Νομίζω..

Μάρθα: Ποιος κορίτσι μου;;

Η μητέρα μου δεν με πίστεψε!! Άρχισε να μου λέει πως αποκλείεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο και ειδικά από αυτό το άτομο και μου είπε να γυρίσω στο δωμάτιό μου, λέγοντας πως δεν είναι σωστό να λέμε τόσο άσχημα ψέματα!! Δεν πρόκειται να το πω ποτέ, σε κανέναν! Αφού δεν με πίστεψε η ίδια μου η μάνα, ποιος θα με πιστέψει;; Κανένας!! Είμαι πλέον, μόνη μου!! Εντελώς μόνη!! Μία ημέρα αργότερα, η ξαδέρφη μου η Μαρίζα ήρθε στο σπίτι. Λες και ήξερε τι συμβαίνει με ρώτησε αν είμαι καλά.. Δεν της άφησα περιθώριο όμως να με ξανά ρωτήσει.. Ήταν η πρώτη φορά που άρχισα να προσποιούμε πως ήμουν χαρούμενη!! Ήξερα ήδη πως είναι ο μόνος τρόπος για να κρύψω καλά τι συμβαίνει!

Τα χρόνια περνούν και η κατάσταση αυτή όλο και χειροτερεύει. Κάθε φορά που ο πατέρας μου λείπει στα καράβια, εκείνος έρχεται εδώ, δήθεν να δει αν είμαστε καλά.. Νιώθω πως δεν μπορώ πια να κρύψω αυτή την κατάσταση!! Κάθε φορά μου ζητάει και περισσότερα πράγματα!! Εχτές.. ήρθε και η μητέρα μου έλειπε! Ήταν από τα λίγα βράδια που δούλευε.. Και από τα χειρότερα βράδια της ζωής μου!  Χτύπησε την πόρτα και εγώ έκανα απόλυτη ησυχία προσπαθώντας να τον κάνω να νομίζει πως έλειπα, ή κοιμόμουν! Όμως ήξερε ότι ήμουν εκεί, ξύπνια. Άρχισε να μου λέει σιγά, ξέροντας πως τον άκουγα, ότι αν δεν ανοίξω θα το μετανιώσω ακριβά! Φοβήθηκα!! Έτσι του άνοιξα. Με έπιασε γύρω από την μέση και με πήγε ως τον καναπέ. Ήρθε από επάνω μου και άρχισε πάλι να με φιλάει! Άρχισα να τον σπρώχνω!! «Άφησέ με, δεν θέλω! Δεν μπορώ άλλο, άσε με!» Φώναζα, μα αυτός δεν με άφηνε!! Ήξερε πως κανείς δεν με άκουγε! «Σε θέλω!! Σε αγαπάω!! Να το θυμάσαι αυτό!! Δεν χρειάζεται να φοβάσαι.. εγώ το καλό σου θέλω!» Είχα μπερδευτεί τόσο πολύ!! Αν έλεγε αλήθεια; Αν όντως δεν κάναμε τίποτα κακό; Όχι δεν μπορεί να έκανα τόσο μεγάλο λάθος!! Εχτές όμως, ένιωσα τεράστια απέχθεια για τον εαυτό μου!! Αηδία! Με έκανε να τον αγγίξω, σε μέρη του σώματός του! Έχω αρχίσει ήδη και έχω πολύ περίεργη ψυχολογική κατάσταση!! Εδώ και καιρό, σε άκυρες στιγμές μου πέφτει η ψυχολογία!! Ενώ κάνω κάτι που με ευχαριστεί, ή διαβάζω, ξεσπάω σε κλάματα!!!

Η μάνα μου έχει αρχίσει και πιστεύει ότι όλα αυτά ευθύνονται στην εφηβεία.. Όλο τσακωνόμαστε! Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει!! Νομίζω ότι έχει δίκιο.. Τώρα τελευταία έχω συνέχεια νεύρα!! Θυμώνω χωρίς λόγο!

Προπάντων όμως φοβάμαι! Φοβάμαι μην κάνω εγώ σε κάποιον άλλο κακό!! Μην κακοποιήσω κανέναν, σωματικά ή και ψυχολογικά! Αρχίζω και νιώθω ότι τρέμω, δεν παίρνω αέρα, πρέπει να βγω έξω!! Ταυτόχρονα νιώθω ένα θυμό μέσα μου!! Πάω προς την πόρτα, έτοιμη να φύγω! Η μάνα μου όμως με πετυχαίνει στην πόρτα..

Μάρθα: Νόρα; Που πας τέτοια ώρα κορίτσι μου;

Νόρα: Έξω.. ήθελα να πάρω λίγο αέρα..

Μάρθα: Παιδί μου τι έχεις; Τι σου συμβαίνει;;

Δεν άντεξα άλλο να κρύβομαι!! Ξέσπασα σε κλάματα!! «Δεν μπορώ άλλο μαμά! Δεν μπορώ άλλο!» Με ρώτησε τι εννοούσα ενώ με πήρε αγκαλιά γεμάτη ανησυχία. Ήμουν έτοιμη να της τα πω όλα, για άλλη μία φορά να της τα πω όλα!! Δεν μπόρεσα όμως.. Τους είδα απέναντί μου! Ο θείος μου και ο ξάδερφός μου πλησίαζαν.. ήρθαν πιο νωρίς και μαζί.. Μαζί; Δεν της το είπα τελικά.

Νόρα: Ο μπαμπάς μου λείπει μαμά! Θέλω να έρθει!!

Βλάσης: Αδερφή, τι έπαθε το παιδί; Είναι καλά;

Μιχάλης: Νόρα τι έχεις;

Μάρθα: Δεν είναι τίποτα, της λείπει ο πατέρας της.. Ελάτε μέσα, καθίστε!

Κάτσαμε στο σαλόνι όλοι μαζί. «Είναι πιεσμένη από τις εξετάσεις και λείπει και ο πατέρας της.. Ξέρετε, αύριο θα μάθουμε πως τα πήγε στις πανελλήνιες!» Είπε η μητέρα μου.. Με πήρε ο ύπνος στην αγκαλιά της μητέρας μου! Μέσα από τον ύπνο μου, άκουσα την μητέρα μου να λέει «Εμένα θα με συγχωρέσετε, αλλά είμαι πολύ κουρασμένη, πρέπει να κοιμηθώ λίγο!» Ο ένας από τους δύο της είπε πως θα έμενε γιατί ανησυχούσε για εμένα. Δεν ξεκαθάρισα την φωνή του όμως! Μόλις μείναμε οι δύο μας στο δωμάτιο, ήρθε και έκατσε δίπλα μου και μου χάιδευε τα μαλλιά.

Βρίσκομαι σε ένα βουνό, πολύ ψηλό!! Τον βλέπω.. Είναι απέναντί μου! Πλησιάζει! «Φύγε!! Φύγε!!» Του φωνάζω. Δεν φεύγει όμως! Συνεχίζει να με πλησιάζει!! Δεν θέλω.. πρέπει κάτι να κάνω, να τον σταματήσω! Έρχεται γρήγορα!! Δεν έχω άλλη επιλογή.. θα πηδήξω στο κενό!! Πέφτω.. πέφτω!!

Ξυπνάω και πετάγομαι επάνω! Τον βλέπω μπροστά μου!! Για μία στιγμή νόμιζα πως είχα γλιτώσει, μα όχι!! Είμαι ακόμη εδώ!! Ξεσπάω σε κλάματα!! «Γιατί;;» Λέω, ενώ εκείνος με παίρνει αγκαλιά σπρώχνοντάς με να ξαπλώσω και πάλι! Αυτή την φορά όμως, τα πράγματα ξεφεύγουν! Φαίνεται πολύ περίεργος!! Σαν να τον έχει πιάσει μανία! Μου κρατάει τα χέρια.. δεν με αφήνει!! Με φιλάει συνέχεια στο στόμα, σαν να προσπαθεί με αυτό τον τρόπο να με κάνει να μην μιλήσω, να μην ακουστώ! Μου κατεβάζει το παντελόνι ενώ ακούγεται η ανάσα του μέσα στο αυτί μου. Με ζεσταίνει πολύ, δεν ξέρω τι συμβαίνει!! Είναι πολύ περίεργος!! Με κοιτάει σαν να βλέπει μπροστά του το παντοτινό του όνειρο!! Με αηδιάζει αυτό το βλέμμα!! Τρομάζω!! Τι να κάνω;; Πως θα τον κάνω να σηκωθεί από επάνω μου;; Δεν ξεκολλάει!! Με έχει στριμώξει! Δεν μπορώ να κουνηθώ! Αν μιλήσω όμως τι θα μου κάνει;; Μακάρι να σηκωθεί η μαμά!! Να τον δει.. Αλλά όχι, όχι! Θα νιώσει απαίσια! Ήδη δεν είναι καλά με την απουσία του μπαμπά τις τελευταίες ημέρες!! Προσπαθεί να ξεκουμπώσει το παντελόνι του!! Όχι.. δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό! Δεν θέλω να γίνει!! Τελικά δεν κάνει αυτό που φοβόμουν, όμως.. κάνει πράγματα που ούτε έχω δει ποτέ μου!! Νιώθω παράξενα! Εγώ φταίω!! Δεν ξέρω με ποιον τρόπο, αλλά σίγουρα εγώ φταίω.. Ίσως επειδή δεν τον σταματάω.. Δεν ξέρω!

Το επόμενο πρωί, η μητέρα μου προσπαθεί να με ξυπνήσει να πάω στο σχολείο, ενώ εκείνος έχει φύγει!

Μάρθα: Έλα κορίτσι μου, δεν θα πας να δεις που πέρασες;; Έλα σήκω!!

Νόρα: Νυστάζω μαμά..

Μάρθα: Καλά, θα περάσω εγώ να δω..

Όταν μάθαμε πως δεν πέρασα στην Πάτρα, αλλά στην Αθήνα, η μητέρα μου στεναχωρήθηκε πολύ! Παρόλα αυτά μου είπε πως ίσως είναι καλύτερα γιατί θα μάθαινα να είμαι ανεξάρτητη! Εγώ όμως ένιωσα μία αυθόρμητη χαρά!! Όχι τόσο για την σχολή, όσο για το ότι επιτέλους θα είχα απόσταση από εκείνον!! Θα ηρεμούσα εκεί..

Οι ετοιμασίες έγιναν γρήγορα και όλα ήταν έτοιμα για να πάω να μείνω στην Αθήνα, κοντά στην σχολή! Την τελευταία Κυριακή πριν πάω στην Αθήνα είχε έρθει ο μπαμπάς μου και μαζευτήκαμε όλοι μαζί να φάμε. Η μητέρα μου ανακοίνωσε ότι έφευγα για την Αθήνα και ότι πέρασα στην σχολή εκεί. Όλοι χάρηκαν.. εκείνος όμως, δεν περίμενα να χαρεί και μάλιστα τόσο!! Είναι δυνατόν;; Ένας άνθρωπος σαν και αυτόν να φέρεται έτσι;; Ένας που κακοποιεί, να δείχνει ταυτόχρονα  πως με νοιάζεται και να χαίρεται για εμένα, παρόλο που θα είμαστε πια μακριά;; Όμως δεν έδωσα πολύ βάση σε αυτό.. Το μόνο που είχα στο μυαλό μου, ήταν ότι έφευγα!!

Και επιτέλους έφυγα!! Πήγα μαζί με την μητέρα μου, ώστε να φτιάξουμε το σπίτι, όπως μου άρεσε! Το βάψαμε με το αγαπημένο μου χρώμα, μωβ, αλλά αυτό το ανοιχτό ώστε να μην σκοτεινιάζει! Το γεμίσαμε με διακοσμητικά, χαλάκια και κουρτίνες. Τόσο όμορφο!! Μέσα σε αυτές τις λίγες ώρες που ήμουν ήδη μακριά του ένιωθα τόση γαλήνη!! Το κυριότερο όμως, ήταν πως ήξερα πως δεν πρόλαβε να μου πάρει το πολυτιμότερο που είχα, την παρθενιά μου!

Από τους πρώτους μήνες και όλας, άρχισαν να φεύγουν οι εφιάλτες μου! Πρώτη φορά στα τελευταία 4 χρόνια που δεν νιώθω την ανάγκη να φύγω!! Έχω μία περίεργη, αισιόδοξη αίσθηση.. Είμαι ελεύθερη!! Επιτέλους ελεύθερη!! Η μητέρα μου, όποτε τα κατάφερνε ερχόταν και με έβλεπε. Και ο πατέρας μου, όποτε έκανε στάση με το πλοίο στην Αθήνα, ερχόταν και με έβλεπε, έστω και για μία ώρα! Ήταν πάντα τόσο χαρούμενος που με έβλεπε χαρούμενη! Πίστευε πως επειδή έβγαινα πιο πολύ με φίλους από την σχολή, ήμουν χαρούμενη! Η αλήθεια είναι πως είχα καταφέρει να κάνω δύο πολύ καλές φίλες ως τώρα!

Μόλις που τέλειωσε η πρώτη χρονιά. Έχει ήδη μπει το καλοκαίρι. Κάθομαι με τα δύο κορίτσια σε μία παραθαλάσσια καφετέρια. Μόλις που κάναμε το πρώτο μας μπάνιο!! Νιώθω τόσο ήρεμη! Γαλήνια! Όμως, δεν αργεί να χαθεί όλη αυτή η ηρεμία!! Τον είδα, μόλις τώρα!! Είμαι σίγουρη πως τον είδα στον απέναντι δρόμο να με κοιτάζει!! Δεν μπορεί να ήταν ιδέα μου!! Έριξα μία ματιά στα κορίτσια μα μόλις ξανά κοίταξα απέναντι είχε χαθεί. Τους είπα μία δικαιολογία και αμέσως γύρισα στο σπίτι μου και κλειδώθηκα μέσα! Έκατσα στον καναπέ, κάτω από το παράθυρο και προσπάθησα να ηρεμήσω! Εκείνος όμως βρισκόταν ήδη από έξω! Όταν άκουσα το κουδούνι, αλλά από το ματάκι της πόρτας δεν είδα κανέναν, νόμιζα πως είχε αφήσει ο ταχυδρόμος κάποιο λογαριασμό. Ανοίγοντας όμως την πόρτα, πριν προλάβω καν να κοιτάξω γύρω μου, με άρπαξε και με έσπρωξε μέσα! «Μου έλειψες! Σε θέλω.. Να ξέρεις ότι ζήλεψα όταν το έμαθα!! Κάνατε τίποτα μαζί;;» Μου είπε.. Ήταν μόλις ένα βράδυ πριν.. Είχα πάει για βραδινό περπάτημα και παραλίγο να πέσω, όταν σκόνταψα σε μία λακκούβα. Με έπιασε λίγο πριν πέσω.. μιλήσαμε λίγο, με πλησίασε και με φίλησε! Αχ.. αυτό το φιλί, ήταν τόσο ωραίο, τόσο γλυκό! Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα όμορφα με κάποιον! Πρώτη φορά που είχα αφήσει άτομο του αντίθετου φίλου να με πλησιάσει!

«Πες μου, προχωρήσατε;; Έχετε κάνει κάτι;;»

Νόρα: Όχι, όχι! Στο ορκίζομαι δεν κάναμε τίποτα, μόνο ένα φιλί! Τίποτα άλλο..

Είχε κολλήσει το πρόσωπό του στο δικό μου γεμάτος θυμό! Τον παρακαλούσα να με αφήσει, αλλά εκείνος έμοιαζε ικανός να κάνει τα πάντα! Άρχισε και πάλι να με κυνηγάει! Αναγκαζόμουν να μένω σε φίλες μου.. όμως δεν μπορούσα να το κάνω συνέχεια αυτό! Θα υποψιαζόντουσαν τι συμβαίνει.. Θα γινόμουν ρεζίλι, θα γελούσαν μαζί μου! Αναγκάστηκα να γυρίσω στο σπίτι που έμενα μόνη μου. Τα βράδια προσπαθούσα να κοιμηθώ, αλλά δεν μπορούσα! Φοβόμουν πλέον να κοιμηθώ! Μόλις έκλεινα τα μάτια μου, τον έβλεπα από επάνω μου, με αυτό το αηδιαστικό βλέμμα που είχε πάντα! Είχα αρχίσει να τρελαίνομαι! Δεν είχα όρεξη για τίποτα πλέον!! Το μόνο που έκανα σωστά, ήταν το διάβασμα.. το μόνο που έκανα σωστά, γιατί ήταν το μόνο που ήξερα ότι το κάνω μόνο για εμένα! Ξεσπούσα έτσι! Έχω πια την αίσθηση πως είμαι επικίνδυνη! Πως μπορώ να κάνω κακό στους άλλους.. Έτσι απομακρύνομαι από κάθε μου παρέα!! Αρχίζω να ξεσπάω στον εαυτό μου!! Σημαδεύω το σώμα μου.. Φέρομαι αρκετά παράλογα!

Αυτό το βράδυ, ήρθε όπως καμία άλλη φορά. Είχε βγάλει δικό του κλειδί, κρυφά από εμένα! Και ήταν τελείως διαφορετικός! Έμοιαζε αποφασισμένος! Με έπιασε και με έριξε μπρούμυτα στο κρεβάτι, καταφέρνοντας να με ακινητοποιήσει! Έχασα ότι πολυτιμότερο είχα!! Μου πήρε την παρθενιά μου!! Όταν έφυγε, είχα μείνει ακίνητη στο κρεβάτι, από τους πόνους! Όλο το στρώμα είχε γεμίσει με αίμα! Ένιωθα σαν να έχανα τις αισθήσεις μου!! Σηκώθηκα με τα χίλια ζόρια, πήγα στην κουζίνα και άρπαξα ένα μαχαίρι.. Άνοιξα το νερό και άρχισε να γεμίζει η μπανιέρα. Έβγαλα την ματωμένη μπλούζα μου και μπήκα στην μπανιέρα. Ήμουν απελπισμένη! Τον άκουσα που άνοιγε την πόρτα με το κλειδί που είχε.. Γύρισε πίσω.. Γιατί;; Ίσα που προλάβαινα! Τράβηξα μία μαχαιριά στην μέσα μεριά του καρπού μου αποφασισμένη! Εκείνος όμως πρόλαβε και μπήκε στην τουαλέτα και μόλις το είδε, έπιασε και έδεσε το χέρι μου σφιχτά με την πεταμένη μου μπλούζα! «Κρατήσου, κρατήσου!» Μου είπε.. Τα κανόνισε όλα, ώστε να φανεί πως πήγαν να με κλέψουν και με μαχαίρωσαν. Φρόντισε να μην μάθουν τίποτα οι γονείς μου! Με γύρισε στο σπίτι και με έβαλε να κοιμηθώ λέγοντάς μου.. «Δεν ήθελα να γίνουν όλα αυτά.. Σε θέλω τόσο πολύ!! Επειδή σε αγαπάω το κάνω.. Αλήθεια!»

Και καθώς περνούσαν τα χρόνια στην σχολή, έφτασε η ημέρα απονομής των πτυχίων!! Παρόλα αυτά που περνούσα, κατάφερα να βγάλω καλούς βαθμούς!! Τώρα, περίμενα να έρθουν οι γονείς μου στην απονομή και μετά να πάμε να το γιορτάσουμε! Είμαι τόσο χαρούμενη!! Παίρνοντας το πτυχίο μου, θα φύγω έξω! Έχω ήδη βρει μία πολύ καλή δουλειά!! Θα τους το ανακοινώσω στο φαγητό, αργότερα!

Έλαβα τρομερό χειροκρότημα όταν ανακοίνωσαν πως αρίστευσα!! Ναι.. όσα ζούσα τα ισορροπούσα ξεσπώντας στο διάβασμα! Έτσι τα κατάφερα!! Όταν πήγαμε για φαγητό, τα σχέδιά μου άλλαξαν! Ήρθαν οι θείοι μου και τα ξαδέρφια μου.. Δεν μπορούσα να πω μπροστά τους για το εξωτερικό! Θα το άκουγε και εκείνος, θα με ακολουθούσε! Έτσι, αναγκάστηκα να μην πω απολύτως τίποτα. Η μητέρα μου, μου είπε πως θα έμεναν σε ένα ξενοδοχείο εκείνη και ο πατέρας μου και το επόμενο μεσημέρι να είμαι έτοιμη που θα με έπαιρναν να πάμε στην Πάτρα. Μόνο μία λύση έχω! Ετοιμάζω το βράδυ τα πράγματά μου σε μία βαλίτσα.. Τα απαραίτητα.. Έχω ήδη βγάλει το εισιτήριο, οπότε το πρωί φεύγω κρυφά! Έτσι.. λίγο πριν φύγω από το σπίτι μου, γράφω και αφήνω ένα γράμμα για τους γονείς μου επάνω στο τραπέζι..

Το μεσημέρι, οι γονείς μου πάνε να με βρούνε, μα κανείς δεν τους ανοίγει! Εγώ βρίσκομαι ήδη έξω από το αεροδρόμιο. Την ώρα που είμαι έτοιμη να περάσω απέναντι τον δρόμο, κάποιος μου κλείνει το στόμα με ένα υγρό πανί. Αρχίζω και ζαλίζομαι, πέφτω!

Οι γονείς μου διαβάζουν το γράμμα.

«Μαμά, μπαμπά.. συγνώμη που δεν σας μίλησα και σας άφησα ένα ξερό γράμμα.. Δεν μπόρεσα να σας μιλήσω εχτές στο τραπέζι! Φεύγω με την μεσημεριανή πτήση. Βρήκα δουλειά στο εξωτερικό. Δεν μπορώ άλλο να ζήσω εδώ!! Κινδυνεύω απίστευτα! Έχασα ήδη αρκετά χρόνια από την ζωή μου, δεν αντέχω άλλο! Από τα 14 μου ζω πολύ άσχημες καταστάσεις.. που προφανώς δεν έχετε καταλάβει ακόμη! Ένα πολύ κοντινό μας πρόσωπο, που καλύτερα να μην σας πω το όνομά του.. μου φέρεται απίστευτα άσχημα.. Όλα ξεκίνησαν την πρώτη μου φορά που ήρθα στο καρναβάλι..»

Οι γονείς μου κόντευαν να τρελαθούν με όσα τους έγραφα.. Την μητέρα μου την πιάνουν τα κλάματα!!

Μάρθα: Εγώ φταίω!!

Λουκάς: Τι εννοείς;;

Μάρθα: Όταν ήταν 15.. μου είχε μιλήσει.. και δεν την είχα πιστέψει!! Είμαι απαίσια μάνα!! Απαίσια!!

Ο πατέρας μου την πιάνει από τον λαιμό..

Λουκάς: Ποιος είναι;; Μίλα Μάρθα! Ποιος είναι! Μίλα γιατί αλλιώς θα σε σκοτώσω!!

Μάρθα: Λουκά!! Ποτέ δεν θα κάλυπτα τον βιαστή της κόρης μου!!

Άνοιξα τα μάτια μου.. Νιώθω ότι δεν μπορώ να κουνηθώ.. Είμαι δεμένη.. και γυμνή!! Που είμαι;; Ταράζομαι και αρχίζω να κοπανιέμαι προσπαθώντας να λυθώ, αλλά τίποτα.. Τίποτα!! Έχει πολύ ησυχία εδώ.. Αποκλείεται να υπάρχουν κοντά σπίτια!! Μόνο ένα μέρος μπορεί να είναι αυτό.. Είμαι στο εξοχικό που πηγαίναμε οικογενειακώς όταν ήμουν μικρό παιδάκι!

Έχει αρχίσει και σκοτεινιάζει. Ο μπαμπάς μου μόλις που έχει φτάσει στο σπίτι των θείων μου και έχει μπει μέσα φουριόζος! «Που είναι αυτός;; Που είναι;;»

Πόπη: Ποιος;

Ο Μιχάλης μπαίνει στο δωμάτιο συγχρόνως..

Μιχάλης: Τι έγινε; Θείε;

Λουκάς: Ο Βλάσης!! Το κτήνος! Που είναι;;;

Η Μαρίζα, 19 χρονών πια, κάθεται στο σαλόνι και παρακολουθεί..

Μαρίζα: Δεν τον έχουμε δει από εχτές.. Είχε δουλειές στην Αθήνα.. ίσως είναι στο εξοχικό μας!

Πόπη: Από πού και ως που να είναι εκεί; Αφού..

Λουκάς: Κορίτσι μου..

Ο πατέρας μου καταλαβαίνει πως και η Μαρίζα έχει περάσει πολλά από τον πατέρα της.. τον δήθεν σοβαρό διευθυντή εργοστασίου!! Η Μαρίζα σκύβει το κεφάλι της..

Πόπη: Παιδί μου.. Τι συμβαίνει;; Λουκά μίλα σε παρακαλώ!!

Η μητέρα μου, είχε πάει στο τμήμα και έλεγε όλα όσα ήξερε! Είπε πως δεν πρόλαβε την πτήση μου και ανέφερε τα πάντα.. Από αυτό που της είχα πει στα 15 μου, μέχρι και τις αλλαγές στην συμπεριφορά μου που νόμιζε πως ήταν λόγο εφηβείας και τέλος το γράμμα! «Σας παρακαλώ.. έχει κλειστό το τηλέφωνό της.. αποκλείεται να μην έχει φτάσει η πτήση!! Κινδυνεύει!! Κάντε κάτι!!»

Εγώ έχω ξεσπάσει σε κλάματα.. αναρωτιέμαι.. Γιατί;; Γιατί σε εμένα;; Γιατί δεν μπορώ να δώσω ένα τέλος;; Γιατί;; Ακούγονται βήματα επάνω στο ξύλινο πάτωμα.. Προσπαθώ να κρατήσω την ανάσα μου να ακούσω.. Πλησιάζει.. έρχεται!!

Βλάσης: Ξύπνησες;;

Φοβάμαι!! Τρέμω!! Τι θα κάνει;; Δεν έχει φτάσει ποτέ σε τέτοιο σημείο!! Νομίζω ότι έρχεται το τέλος μου!!

Βλάσης: Γιατί έφευγες;;

Νόρα: Τι άλλο θέλεις από εμένα;; Γιατί δεν με αφήνεις ήσυχη;; Άσε με να φύγω.. Θέλω να φύγω!!

Ο πατέρας μου οδηγάει με όσο περισσότερη ταχύτητα μπορεί ώστε να πάει στο εξοχικό! Έχει ήδη βραδιάσει!! Η αστυνομία κατευθύνεται προς το εξοχικό, μα είναι αρκετά πιο πίσω από τον Λουκά..

Περίμενα μονάχα ένα θαύμα!! Κάποιον.. οποιονδήποτε για να με σώσει!! Δεν ερχόταν όμως κανείς!! Και αυτός.. αυτός δεν σταματούσε!! Ήξερε πως ήδη με είχε χάσει.. Δεν είχε φραγμούς!! Δεν με άφησε να αυτοκτονήσω τότε στην μπανιέρα.. Γιατί;;  Για να με σκοτώσει τώρα αυτός;; Δεν άντεχα άλλο!! Πονούσα τόσο πολύ!! Περισσότερο ψυχολογικά παρά σωματικά! Αίμα είχε αρχίσει να ρέει από μέσα από το σώμα μου… Είχα εξαντληθεί πια!

Τα μάτια μου είχαν γουρλώσει από την προσπάθειά μου να αναπνεύσω. Τα χέρια του έσφιγγαν όλο και περισσότερο τον λαιμό μου! Σαν να είχε μίσος μέσα του, μανία. Το βλέμμα μου μαρτυρούσε πως δεν είχα άλλη δύναμη να το παλέψω. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, ένας κρότος τον έκανε να στρέψει το βλέμμα του προς την πόρτα. Στεκόταν εκεί ο πατέρας μου σοκαρισμένος, με ένα όπλο στα χέρια. Εκείνος όμως δεν σταμάτησε! Δεν τράβηξε τα χέρια του… Γύρισε και με κοίταξε και έσφιξε ακόμη περισσότερο τα χέρια του γύρω από τον λαιμό μου. Εγώ τον κοίταζα χωρίς πλέον να νιώθω πόνο! Έβλεπα μόνο το αίμα να στάζει από το στήθος του και τον πατέρα μου να έρχεται προς το μέρος μου.

Όταν έφτασε η αστυνομία ήταν πια αργά!! Ο πατέρας μου μόλις που είχε κάνει ένα φόνο!! Παρόλα αυτά.. δεν με έσωσε!! Μέσα σε λίγα λεπτά είχα «φύγει».. Δεν άντεξα!! Λίγο πριν φύγω, τον άκουσα να μου φωνάζει να γυρίσω.. να κρατηθώ, ενώ οι αστυνομικοί μου λύνανε τα χέρια και τα πόδια μου! Η ανάσα μου είχε επανέλθει, αλλά κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει την αιμορραγία! Του χαμογέλασα..  Επιτέλους ένιωθα μία πλήρη ηρεμία!! Το σώμα μου είχε αρχίσει να γίνεται πιο ελαφρύ.. Δεν με βάραινε πια! Επιτέλους έβγαινα από αυτό το σιχαμερό σώμα! Επιτέλους.. είχε έρθει το τέλος!!

ΤΕΛΟΣ 

The Light Into The Dark Black!

It was a cold night of November. Julia had just arrived to her home. She was ready to take a bath and sleep. It was late and she was so tired. She had one of the most difficult days at work. Her boss was ungry all day long…

 She took off her clothes and she entered the bathtub. The warm water made her relax so that she fell in sleep. Time passed… A loud knock on the door woke her up and scaried her! «Who is it?» She asked «I am coming!». Noone answered. She wore her robe and she run to open the door.

She stoped runing one breath close to the door and asked again how was outside, but nobody answered. She touched the door with her ear so she could hear something from outside. 

«Shall I open?» She asked herself… and she opened the door. She looked around and noone was there. She turned around to go back inside. A man was standing in front of her.

She could see nothing, but the dark black! She couldn’t move her body. She could say nothing and the scare had already come and was shuddering her skin!

A small light seamed to be in depth. She started relaxing as she was thing how she could be moved. She tried so hard to, but it was impossible! 

A door opened behind her and someone came close… Her breathing became faster and her heart was like would come out of her body. Someone moved her telling he was going to «end this». 

«What is he going to do?» She thought and started crying quietly. She felt he left her down and he was trying to let her free. Now her hands are free to move and she takes off the hood. Someone is in front of her, but far away from her! He leaves… «Hey, You! Who are you? Say something; what did you do to me? What did you want?» He has already left, but a paper was next to her writing «The wanted to hurt you, so they could take revenge on behalf of…» Something, or someone had make him stop writing. Maybe he could find his mischief after leting her free!

My responce to The Daily Post.

Ντριμεντρίνα!

Η Ντριμεντρίνα είναι μία Νουβέλα είδους Φαντασίας που έχω γράψει. Την αναρτώ ολόκληρη και θα ήταν τιμή μου εάν σας αρέσει να την κοινοποιήσετε! 

Ήταν μεσημέρι. Η ώρα που κάθε μέρα η Μάγδα περίμενε τους γονείς της να την πάρουνε από το σχολείο. Αυτή τη φορά, θα είχαν και την μικρή της αδερφή μαζί. Στεκόταν ακριβώς έξω από την πόρτα του σχολείου και κοίταζε από όλους τους πιθανούς δρόμους που μπορούσαν να έρθουν. Ήταν μόλις δέκα χρονών! Η καθηγήτριά της την είδε φεύγοντας που ήταν ακόμα εκεί και την πήρε μέσα! Όταν τηλεφώνησε στους γονείς της όμως, δεν πήρε καμία απάντηση!! Δεν άργησε να βρει το τηλέφωνο της θείας της, της Δόμνας! Έτσι ήρθε εκείνη και την πήρε. Μέσα σε μερικές ώρες είχαν μάθει τα δυσάρεστα νέα!

17 ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

Η Μάγδα ζούσε πλέον μόνη της στην Αθήνα, σε μικρή απόσταση από το σπίτι της θείας της. Είχε μάθει να ζει παρέα με τον εαυτό της! Έναν όχι και τόσο συνηθισμένο τύπο. Αυτό το απόγευμα ετοιμαζόταν να πάει στην θεία της να την δει. Έκανε πέρα δώθε μέσα στα δωμάτια του σπιτιού, από την τουαλέτα στην κρεβατοκάμαρα και από την κρεβατοκάμαρα στον ενιαίο χώρο του σαλονιού με την κουζίνα και την τραπεζαρία, ψάχνοντας τα πράγματά της, που τα είχε σκορπίσει.. Καθώς ντυνόταν έκανε και μερικές απότομες κινήσεις με τα χέρια της, προκαλώντας διάφορα αντικείμενα, όμως τα καλλυντικά της να μαζευτούν κοντά της, ώστε να κερδίσει χρόνο. Μόλις ήταν έτοιμη, τράβηξε με ένα βλέμμα τα κλειδιά της από το τραπέζι και έφυγε.

Οι δρόμοι είχαν πήξει από την αυξημένη κυκλοφορία και η υπομονή δεν ήταν το φόρτε της! Έτσι, εκμεταλλευόμενη ότι οδηγούσε μηχανή, πέρασε ανάμεσα από τα σχεδόν σταματημένα αυτοκίνητα και έφυγε, λίγο πριν ανάψει το φανάρι και πάλι κόκκινο! Την ώρα που έφτασε στο σπίτι της θείας της και έβγαζε το κράνος, άκουσε το τηλέφωνό της να χτυπάει. Με βιαστικές κινήσεις άνοιξε την τσάντα της και έψαχνε να το βρει, ώσπου της φώναξε η θεία της από το παράθυρο της πολυκατοικίας που έμενε.

Δόμνα: Μάγδα!! Έλα επάνω, σου ανοίγω!

Δεν έψαξε άλλο για το τηλέφωνό της και απλά μπήκε στην πολυκατοικία. Η θεία της την υποδέχτηκε με αγκαλιές και φιλιά, όπως κάθε φορά. Η Μάγδα φανερά ενοχλημένη της είπε:

Μάγδα: Ρε θεία, λες και έχεις να με δεις χρόνια κάνεις, σιγά!

Δόμνα: Αφού το ξέρεις ότι είσαι η αδυναμία μου!!

Πήγανε στην κουζίνα και μιλούσανε όσο η Δόμνα έφτιαχνε καφέ στην ανιψιά της. Κάποια στιγμή η Μάγδα σηκώθηκε για να πάει στην τουαλέτα, αλλά δεν είπε τίποτα στην θεία της, η οποία άρχισε να της μιλάει χωρίς να καταλάβει πως είχε φύγει από το δωμάτιο. Όταν το κατάλαβε της κόπηκε η μιλιά.

Άφησε το φλιτζάνι με τον έτοιμο καφέ στο τραπέζι και της φώναξε να δει που είναι. Η Μάγδα μπήκε στην κουζίνα, κρατώντας μία εφημερίδα, με την ημερομηνία που πέθαναν οι γονείς της και η αδερφή της και ένα ύφος γεμάτο απορία! Η Δόμνα αγχώθηκε μόλις την είδε!

Μάγδα: Θεία.. τι είναι αυτό;

Δόμνα: Τι είναι;

Μάγδα: Μην κάνεις πως δεν ξέρεις! Εδώ λέει για ένα αυτοκίνητο που έπεσε στην θάλασσα με θύματα ένα ζευγάρι και ένα μωρό!! Την ίδια ημερομηνία που πέθαναν..

Δόμνα: Ναι.. ξέρω τι λέει..

Μάγδα: Γιατί δεν μου είπες τίποτα;; Γιατί με άφησες να νομίζω πως τράκαραν;; Αυτό δεν είναι τυχαίο!! Δεν γίνεται έτσι απλά να έπεσαν!!

Δόμνα: Ηρέμησε κορίτσι μου!!

Η Μάγδα είχε ταραχτεί πολύ, καθώς θυμήθηκε εκείνη την φρικτή ημέρα που περίμενε να την πάρουν και δεν ήρθαν ποτέ!!

Μάγδα: Το θυμάμαι σαν τώρα!! Μέναμε στην Ντριμεντρίνα τότε..

Δόμνα: Κορίτσι μου, πάει αυτό, πέρασε..

Μάγδα: Όχι!! Θέλω να μάθω τι έγινε.. Πως έγινε.. Τα πάντα!!

Η Δόμνα, μη έχοντας άλλη επιλογή εξιστόρησε στην Μάγδα τι είχε συμβεί.

Δόμνα: Εκείνη την περίοδο, οι γονείς σου είχαν κάποιες διαμάχες με τον αδερφό του πατέρα σου.

Μάγδα: Ποιον;

Δόμνα: Ο πατέρας σου είχε έναν αδερφό, τον Βίκτωρ. Αυτός λοιπόν ήθελε να πάρει την θέση του αρχηγού στο συμβούλιο των μάγων, την οποία θέση κέρδιζε όποιος κέρδιζε στην μάχη που γίνεται κάθε δέκα χρόνια. Ο πατέρας σου όμως την είχε κερδίσει και ο θείος σου δεν είχε μπει καν στο συμβούλιο. Έτσι τον ζήλευε!! Ήθελε να του πάρει αυτή τη θέση. Δεν του άρεσε που ο μικρότερος αδερφός του είχε κατακτήσει αυτό που εκείνος δεν κατάφερε και αυτό έφερε ως αποτέλεσμα να μαλώσουν και από τότε να είναι δύο πραγματικοί εχθροί.

Μάγδα: Και.. που κολλάει αυτό με τον θάνατο της οικογένειάς μου;;

Δόμνα: Ο μόνος τρόπος να επαναληφθεί η μάχη πριν περάσουν δέκα χρόνια, είναι να πεθάνει ή να παραιτηθεί ο αρχηγός!

Δεν χρειάστηκε να πει τίποτα παραπάνω! Η Μάγδα είχε καταλάβει απόλυτα τι είχε συμβεί. Άφησε την εφημερίδα επάνω στο τραπέζι και έφυγε χωρίς να πει ούτε λέξη!! Η Δόμνα απλά την κοίταζε, λες και ήταν περιττό να της πει το οτιδήποτε.

Η Μάγδα είχε θολώσει από την στενοχώρια και δεν μπορούσε να οδηγήσει σωστά!  Την ώρα που έστριβε να μπει στο στενό που έμενε, παραλίγο να πέσει πάνω σε έναν άντρα που οδηγούσε επίσης μηχανή και για να τον αποφύγει έπεσε επάνω στον τοίχο του σπιτιού της! Εκείνος κατέβηκε αμέσως από την μηχανή του να δει αν ήταν καλά. Η Μάγδα τον διαβεβαίωσε πως ήταν μια χαρά και σηκώθηκε να μπει στο σπίτι της. Ο άντρας αυτός όμως, μόλις την είδε να βγάζει το κράνος, έμεινε να την κοιτάζει άφωνος! Δεν είχε ξανά δει τόσο εκπληκτική ομορφιά σε άλλη γυναίκα!! Το βλέμμα της τον μαγνήτιζε πολύ έντονα!

Μάγδα: Καλά είμαι!!

Άγγελος: Ε.. ναι.. ωραία! Γεια σου..

Η Μάγδα δεν έδωσε σημασία στην συμπεριφορά του. Νόμιζε πως την κοιτούσε απλά για να δει αν ήταν καλά. Ο Άγγελος έφυγε, χωρίς να δει αν η Μάγδα έμενε εκεί κοντά. Εκείνη μπήκε μέσα στο σπίτι της, άνοιξε τον υπολογιστή της και άρχισε να ψάχνει για το συμβάν με το αυτοκίνητο και για τον θείο της, που δεν ήξερε ούτε το όνομά του! Δεν κατάφερε να βρει πολλές πληροφορίες. Μόνο λίγα άρθρα για το «ατύχημα», όπως ότι το αυτοκίνητο βρέθηκε στις ακτές τις Αθήνας και μία φωτογραφία του θείου της, που ήταν στον γάμο των γονιών της! Τριάντα χρόνια πριν.

Το αίμα της είχε αρχίζει να βράζει! Η στενοχώρια της, είχε μετατραπεί σε οργή και το μόνο που είχε στο μυαλό της ήταν η εκδίκηση! Ταυτόχρονα όμως είχε και μία απορία! Δεν θυμόταν καν που ήταν η Ντριμεντρίνα, ή αν ήταν κάποιο νησί.

Η ώρα είχε περάσει και η Μάγδα έπρεπε να κοιμηθεί για να είναι ξεκούραστη για την δουλειά της το πρωί. Έτσι πήρε τηλέφωνο και παρήγγειλε να φάει πίτσα. Έμοιαζε να ζει σαν κάθε φυσιολογικός άνθρωπος!

Το κουδούνι της δεν άργησε να χτυπήσει και άνοιξε την πόρτα. Έμενε σε μονοκατοικία, παρόλο που βρισκόταν ανάμεσα στις τόσες πολυκατοικίες!! Το σπίτι της θύμιζε παραδεισένιο, γεμάτο με φυτά και διάφορα διακοσμητικά κήπου! Ανοίγοντας την πόρτα βρέθηκε προ εκπλήξεως! Ο άντρας που τις έφερε την πίτσα ήταν ο ίδιος που παραλίγο να τον τρακάρει νωρίτερα!!

Άγγελος: Καλησπέρα.. Αα..

Μάγδα: Απίστευτο.. Καλησπέρα!!

Άγγελος: Η.. πίτσα..

Η Μάγδα πήρε την πίτσα και τον πλήρωσε κοιτάζοντάς τον ακόμη έκπληκτη! Εκείνος είχε μία έκφραση, σαν να προσπαθούσε να κρύψει την χαρά του που έμαθε πλέον που έμενε αυτή η τόσο γοητευτική γυναίκα!!

Άγγελος: Είμαι ο Άγγελος..

Μάγδα: Δεν σε ρώτησα.. αλλά.. τέλος πάντων.. Μάγδα!

Φανερά απόμακρη τον καληνύχτισε και μπήκε μέσα! Εκείνος έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα στην πόρτα και μετά γύρισε στην δουλειά του! Η Μάγδα παρόλο που της ήταν αδιάφορος, απόρησε μαζί του, αφού δεν έμοιαζε για άντρας που θα έκανε τέτοια δουλειά! Παρόλα αυτά δεν ασχολήθηκε άλλο. Έφαγε και κοιμήθηκε! Το βράδυ έβλεπε στον ύπνο της σκηνές από όταν ήταν παιδάκι. Έβλεπε τον εαυτό της να τρέχει σε απέραντο γρασίδι παρέα με άλλα παιδάκια και να γελάει ασταμάτητα!! Θυμόταν ότι πολλά ήταν διαφορετικά από την Αθήνα!! Έμοιαζε σαν ένας άλλος κόσμος η πόλη εκείνη!! Είδε τους γονείς της να την παίρνουν αγκαλιά και να της χαϊδεύουν τα μαλλιά! Στο τέλος είδε την μητέρα της να την πλησιάζει απότομα προστάζοντάς την να ξυπνήσει και να βρει την αλήθεια!! Της φώναζε να προσέχει και να μην πιστεύει ότι βλέπει!! Η Μάγδα πετάχτηκε από το κρεβάτι τόσο αγχωμένη που δυσκολευόταν να αναπνεύσει!

Έστειλε μήνυμα στην δουλειά της και ενημέρωσε πως θα έφευγε σε ένα επείγον ταξίδι. Αμέσως μετά έψαξε για την Ντριμεντρίνα στο διαδίκτυο ώστε να θυμηθεί που βρίσκεται! Όμως τίποτα! Κανένα αποτέλεσμα δεν εμφανιζόταν! Σαν να μην υπήρχε πουθενά! Ήταν σίγουρη πως έτσι λεγόταν! Ντριμεντρίνα!! Πήρε τηλέφωνο την θεία της την Δόμνα να την ρωτήσει, με αποτέλεσμα να την ξυπνήσει.

Μάγδα: Συγνώμη για την ώρα ρε θεία.. αλλά.. θύμισέ μου πως πάμε στην Ντριμεντρίνα;;

Δόμνα: Στην Ντριμεντρίνα;; Γιατί;;

Μάγδα: Θα μου πεις;

Δόμνα: Ναι, ναι θα σου πω! Πρέπει να πας σε μία παραλία και να βυθιστείς μέσα στο νερό της θάλασσας, πριν να βγει ο ήλιος. Μετά πρέπει να πεις από μέσα σου τα λόγια που θα σου πω.. Και με τον ίδιο τρόπο γυρνάς και πίσω. Απλά. Εκεί έχουμε μία λίμνη.. δεν υπάρχει παραλία σε θάλασσα..

Έτσι, κλείνοντας το τηλέφωνο, η Μάγδα σηκώθηκε αμέσως να ετοιμαστεί. Η Δόμνα ήταν αρκετά ανήσυχη, αλλά έκρυβε και μία περίεργη χαρά στο βλέμμα της!

Η Μάγδα φόρεσε ένα ριχτό φόρεμα, που ανέμιζε, άφησε κάτω τα μακριά μαύρα μαλλιά της και πήγε στην παραλία. Μπήκε σιγά σιγά στο νερό της θάλασσας, χωρίς να την ενδιαφέρει που πατούσε μέσα στο σκοτάδι. Έκλεισε τα μάτια βυθίζοντας αργά το κεφάλι της στο θαλασσινό νερό. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα μία λάμψη φάνηκε γύρω της και καθώς έβγαινε από το νερό, ήταν στεγνή και ήρεμη! Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε γύρω της! Ήταν σπίτι!! Αναγνώρισε αμέσως τα ψηλά γλυκά δέντρα γύρω από το απέραντο γρασίδι της λίμνης!! Είχε ήδη αρχίσει να ξημερώνει!! Οι πεταλούδες έμοιαζαν να χορεύουν στον αέρα, ενώ τα πουλάκια κελάηδησαν μελωδικά! Η Μάγδα ένιωθε μια απέραντη ηρεμία, παρόλο που πηγαίνοντας εκεί ήταν γεμάτη οργή! Πριν προλάβει να χορτάσει όλες αυτές τις εικόνες, τις μυρωδιές και τις αναμνήσεις που της ήρθαν στο μυαλό, εμφανίστηκε ένα μικρό κοριτσάκι που έτρεχε προς το μέρος της φωνάζοντας, ή μάλλον ακούγοντας την σκέψη της να φωνάζει «θεία Μάγδα»!! Σε αυτό το μέρος, έξω από την γη, όλοι επικοινωνούσαν μέσω της σκέψης! Δεν είχαν γλώσσες και εθνικότητες!! Αυτό το κορίτσι ήταν ίδιο με εκείνη όταν ήταν μικρή!! Την πήρε αγκαλιά και τα μάτια της βούρκωσαν!!

Εύα: Θεία Μάγδα, η Εύα είμαι, η κόρη του Βίκτωρ!!

Μάγδα: Η κόρη του.. Βίκτωρ; Του θείου μου;;

Εύα: Ναι!! Έλα, πάμε σπίτι!! Σε περιμένουν!!

Η Μάγδα ένιωσε τρομερά άβολα!! Δεν ήθελε να είναι μπροστά κανένα παιδί σε αυτή τη συνάντηση!! Ήξερε πως θα ήταν μια πολύ έντονη συνάντηση!! Μία μάχη!! Η μικρή Εύα όμως δεν της άφησε επιλογή! Έτσι πήγε μαζί της, κρύβοντας καλά μέσα της τον αρχικό σκοπό της επίσκεψής της!! Μία πολύ όμορφη γυναίκα, η Ασημίνα την υποδέχτηκε με μία τεράστια θερμή αγκαλιά!! Ήταν η μητέρα της Εύας!! Έκατσαν στο τραπεζάκι του κήπου και η Ασημίνα πρόσφερε καφέ στην Μάγδα.

Εύα: Μαμά, η θεία είναι πολύ πιο όμορφη από ότι μου έλεγες!!

Ασημίνα: Το ξέρω αγάπη μου! Το ξέρεις ότι είστε ίδιες;; Και η θεία Μάγδα έτσι ήταν μικρή!!

Η Μάγδα παρακολουθούσε την συζήτηση χωρίς να μιλάει! Η Ασημίνα είπε στην κόρη της να πάει να παίξει ώστε να μείνουν οι δυο τους!

Ασημίνα: Ξέρω με τι σκοπό ήρθες εδώ.. Όμως.. ακόμα και να ήθελα να σε εμποδίσω.. δεν μπορώ!! Και δεν μπορώ γιατί, πολύ απλά, δεν μπορείς να τον πειράξεις!!

Η Ασημίνα σηκώθηκε και πριν προλάβει η Μάγδα να αντιδράσει, έφερε το χέρι της πίσω από το αυτί της με έναν ήρεμο απαλό τρόπο και την κοίμισε!

Ανοίγοντας τα μάτια της, κατάλαβε πως βρισκόταν στο παιδικό της δωμάτιο. Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι της και πλησίασε το έπιπλο με τα ράφια, όπου βρίσκονταν φωτογραφίες της από όταν γεννήθηκε, μέχρι και όταν πήγε στην Αθήνα. Μόνη της.. μαζί με τους γονείς της.. και μία στο τέλος με την αδερφή της, που ήταν μόλις ένα μικρό μωράκι όταν την έχασε!! Βούρκωσε καθώς ήρθαν στο μυαλό της εικόνες από τότε.. 17 χρόνια πίσω. Η μαμά της μαγείρευε ενώ εκείνη έπαιζε με την αδερφή της. Εκείνη την στιγμή έμπαινε μέσα στο σπίτι ο μπαμπάς της φωνάζοντας «Που είναι τα κορίτσια μου;; Που είναι οι τρεις κούκλες μου;;» Και τις έπαιρνε όλες μία, μία αγκαλιά!! Δεν πρόλαβε να κυλίσει δεύτερο δάκρυ και σκούπισε το πρόσωπό της. Πήγε στην πόρτα να ανοίξει να φύγει αλλά ήταν κλειδωμένη! Πλησίασε το παράθυρο και λίγο πριν βγει από εκεί, είδε την μικρή Εύα να παίζει στον κήπο με την μητέρα της. Δίστασε για μία στιγμή, αλλά μετά το πήρε απόφαση!! Άνοιξε το παράθυρο και βγήκε έξω. Ήταν αρκετά ψηλά, αλλά αυτό δεν θα την εμπόδιζε!! Έκλεισε τα μάτια της, πήρε μία βαθιά ανάσα και κατέβηκε στον κήπο, σαν να πατούσε σε αόρατο ασανσέρ. Πήγε να φύγει όσο πιο αθόρυβα μπορούσε αλλά την είδε η Εύα και έτρεξε κοντά της και την αγκάλιασε.

Ασημίνα: Μάγδα; Ξύπνησες..

Μάγδα: Ναι.. ξύπνησα!

Ασημίνα: Έχω έτοιμο φαγητό μέσα.

Μάγδα: Ευχαριστώ, δεν πεινάω όμως. Πρέπει να φύγω!!

Εύα: Δεν θα κάτσεις άλλο θεία;;

Ασημίνα: Έλα Εύα μου πήγαινε εσύ να παίξεις τώρα.. Μάγδα, έλα μέσα σε παρακαλώ!

Λέγοντάς της να πάει μέσα, έκανε και κάποιες περίεργες κινήσεις με το χέρι της, πίσω από την πλάτη της ώστε να μην την δει η Μάγδα. Έτσι, την έκανε να πάει μαζί της μέσα, ακόμα και αν δεν το ήθελε καθόλου η Μάγδα! Την έβαλε να κάτσει μαζί της στο τραπέζι να φάνε και προσπάθησε να της πει μερικά πράγματα. Η Μάγδα όμως κατάλαβε πως της ασκούσε μαγεία ώστε να την ελέγξει και αντέδρασε. Δεν μπορούσε να ελέγξει το σώμα της όμως ώστε να «ξεφύγει».

Μάγδα: Άφησέ με να φύγω!! Γιατί με κρατάς εδώ;; Αυτό εννοούσες ότι δεν μπορώ να πειράξω τον Βίκτωρ;;

Ασημίνα: Ο Βίκτωρ είναι θείος σου και τον αδικείς απίστευτα!! Δεν θα σε αφήσω να κάνεις κάτι που μετά θα το μετανιώσεις φρικτά!!

Μάγδα: Ναι; Σοβαρά;; Θα το μετανιώσω που θα εκδικηθώ τον δολοφόνο..

Ασημίνα: Φτάνει! Θα σου πω δυο κουβέντες μόνο!! Τίποτα δεν είναι όπως νομίζεις!! Κανένας δεν είναι αυτό που δείχνει!! Ο Βίκτωρ σας λάτρευε!! Αν ήσουν εδώ..

Μάγδα: Θα σκότωνε και εμένα ώστε να μην υπάρχει κανένας να τον ενοχοποιεί!!

Η Ασημίνα ήταν τρομερά εκνευρισμένη και με μία κίνηση των χεριών της έσπρωξε την Μάγδα να πάει στο δωμάτιό της και την κλείδωσε εκεί. Όσα μάγια και αν είχε την ικανότητα να κάνει η Μάγδα, δεν μπορούσε να περάσει μέσα από συμπαγή αντικείμενα!! Γενικά ήταν το μόνο που δεν είχε μάθει να ελέγχει ακόμη. Η Ασημίνα έκατσε στην καρέκλα της ακουμπώντας το κεφάλι της στο χέρι της. Η Εύα ένιωσε την δύναμή της και έτρεξε κοντά της.

Εύα: Μαμά τι έχεις;;

Παράλληλα, ο Άγγελος έψαχνε την Μάγδα στο σπίτι της! Ήθελε τόσο πολύ να την γνωρίσει, να είναι μαζί της! Τον είδε η Δόμνα που πήγαινε να την βρει και τον ρώτησε τι ήθελε.

Άγγελος: Ξέρετε την κοπέλα που μένει εδώ;;

Δόμνα: Εννοείται! Τι την θέλετε;

Άγγελος: Τίποτα.. απλά.. μπορείτε να της δώσετε το τηλέφωνό μου ώστε να επικοινωνήσει μαζί μου;; Θέλω να της πω..

Δόμνα: Καλά..

Η Δόμνα έγραψε τον αριθμό του Άγγελου, αλλά όταν πήγε να την βρει απογοητεύτηκε! Δεν ήταν εκεί..

Η Μάγδα βρισκόταν στο δωμάτιό της εξαντλημένη από την επιρροή της Ασημίνας επάνω της και ξάπλωσε στο κρεβάτι της, προσπαθώντας να αποφύγει την λιποθυμία. Εν τω μεταξύ, η Δόμνα, καταλαβαίνοντας που ήταν η Μάγδα έκανε τα αδύνατα δυνατά ώστε να πάει στην Ντριμεντρίνα. Δοκιμάζει κάθε ξόρκι, αλλά τίποτα!! Ώσπου τελικά τα παρατάει και απλά προσπαθεί να επικοινωνήσει με την Μάγδα, μπαίνοντας στην σκέψη της, το οποίο κατάφερε επειδή την πέτυχε στον ύπνο. Ήταν η πρώτη επικοινωνία μαζί της από όταν γύρισε στην Ντριμεντρίνα.

Δόμνα: Κορίτσι μου, που είσαι;;

Μάγδα: Θεία;;

Δόμνα: Είσαι καλά;

Μάγδα: Όχι.. με έχουν κλεισμένη στο σπίτι των γονιών μου!

Δόμνα: Εγώ φταίω! Δεν έπρεπε να το επιτρέψω αυτό! Η Ασημίνα.. μου άσκησε έλεγχο όταν με πήρες τηλέφωνο και έτσι έμαθες πώς να γυρίσεις. Δεν πρόλαβα να την εμποδίσω.. Δεν θα είχε συμβεί τίποτα αν..

Μάγδα: Κατάλαβα.. θεία.. εσύ γιατί δεν ήρθες εδώ αφού ήξερες πως κινδυνεύω;;

Η Ασημίνα διέκοψε την επικοινωνία μόλις κατάλαβε πως η Δόμνα βρισκόταν με κάποιο τρόπο σε αυτό το χώρο! Η Μάγδα ξύπνησε και πήγε αμέσως στην πόρτα. Ήταν ξεκλείδωτη! Κατέβηκε αθόρυβα τις σκάλες και έφτασε στο σαλόνι. Πριν βγει από το σπίτι άκουσε από πίσω της μία αντρική φωνή να λέει το όνομά της. Γύρισε να δει ποιος ήταν.. και είδε τον Βίκτωρ!! Έμοιαζε σαν αιωρούμενο φάντασμα όμως. Δεν το είχε ξανά δει αυτό.. εκτός, όταν ο μπαμπάς της, σαν αρχηγός του συμβουλίου, εμφανιζόταν μπροστά σε κόσμο εκτός της οικογένειάς του, μέσα στην Ντριμεντρίνα! Ήταν κάτι σαν ασπίδα του αρχηγού. Αμέσως κατάλαβε ότι για αυτό έλεγε η Ασημίνα πως δεν μπορούσε να τον πειράξει!! Δεν ήταν μόνο πως η ίδια τον προστάτευε. Ήταν πως ο ίδιος ήταν ανίκητος!! Πάντα ήταν από τους πιο «δυνατούς» της Ντριμεντρίνα, αλλά σαν αρχηγός ήταν μία παραπάνω.

Μάγδα: Βλέπω πήρες αυτό που ήθελες!

Βίκτωρ: Δεν έχεις ιδέα ποια είναι η αλήθεια!!

Μάγδα: Ξέρω πολύ καλά!! Και αυτή τη στιγμή μόλις που επιβεβαιώθηκα πως όσα πίστευα είναι αλήθεια!! Ο μόνος τρόπος να βγει νέος αρχηγός, χωρίς να γίνει μάχη, είναι να δολοφονηθεί ο υπάρχων αρχηγός και να έχει αφήσει διαθήκη τον θρόνο του!! Ήξερες πολύ καλά ότι τον άφηνε σε εσένα.. και πως μόνο σε περίπτωση δολοφονίας παίρνεται υπόψη μία διαθήκη!! Έτσι φρόντισες να πάρεις τον θρόνο του, σκοτώνοντάς τον!! Μαζί του όμως πήρε και όλη μου την οικογένεια!! Τον πατέρα μου και ΟΛΗ την οικογένειά μου!!

Βίκτωρ: Είναι δυνατόν να πιστεύεις αυτά που λες;; Δεν θυμάσαι πως ήμασταν;; Εγώ σας λάτρευα!! Και ακόμα σε λατρεύω!!

Μάγδα: Σοβαρά;; Και που ήσουν τόσα χρόνια;; Να σου πω εγώ που ήσουν! Κρυβόσουν στον πολυπόθητο θρόνο σου!! Είχες τύψεις για τον χαμό του αδερφού σου!! Είχε δίκιο η θεία μου.. Έπρεπε να την είχα πιστέψει, χωρίς να ψάξω αποδείξεις!!

Βίκτωρ: Ως εδώ!! Δεν σου επιτρέπω να μιλάς έτσι!!

Μάγδα: Φεύγω.. γιατί αλλιώς θα φερθώ άσχημα.. και δεν με νοιάζει για εσένα.. όσο για το υπόλοιπο συμβούλιο..

Βίκτωρ: Θα μετανιώσεις για όλα αυτά που λες!

Η Μάγδα είχε ήδη βγει από το σπίτι. Έπεσε επάνω στην Ασημίνα φεύγοντας!   

Μάγδα: Για αυτό με κρατούσες;; Για να μου δείξεις πως κέρδισε;;

Ασημίνα: Ορίστε;

Η Μάγδα έφτασε στην λίμνη της Ντριμεντρίνα. Ξαφνικά έμοιαζε το μέρος τόσο τρομακτικό που την έπνιγε!! Είχε σκοτεινιάσει ο ουρανός και κάτι την τραβούσε να μην μπει στο νερό. Κατάλαβε πως ο Βίκτωρ είχε φροντίσει να την εμποδίσει να φύγει!

Μία γυναικεία φωνή ακούστηκε από πίσω της να της λέει πως κινδυνεύει αν φύγει. Ήταν ίδια με την φωνή της μάνας της! Έσφιξε τα δόντια της προσπαθώντας να ηρεμήσει και να αποφύγει την επιρροή από την δύναμη του Βίκτωρ και γύρισε να κοιτάξει πίσω της. Είδε την μητέρα της να την πλησιάζει. Ήταν έτοιμη να κλάψει, αλλά δεν άργησε να επιστρέψει η οργή μέσα της!

Μάγδα: Σταμάτα!! Η μάνα μου έχει πεθάνει!! Την σκότωσες!!

Γύρισε την πλάτη της και προσπαθώντας να μπει μέσα στο νερό έχασε τις αισθήσεις της! Δεν άντεξε την δύναμη του Βίκτωρ, ώστε να καταφέρει να φύγει! Ο Βίκτωρ βρέθηκε δίπλα της μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Της χάιδεψε τα μαλλιά και της ψιθύρισε «Συγνώμη, αλλά είναι ο μόνος τρόπος!» και σηκώθηκε προκαλώντας με την δύναμή του κακοκαιρία και την μετέφερε στο κρεβάτι της. Έπειτα μπήκε μέσα στο νερό. Η Ασημίνα έτρεχε να τον προλάβει και του φώναζε να μην φύγει!!

Βίκτωρ: Πρέπει να τελειώσει κάποια στιγμή όλο αυτό!!

Ασημίνα: Μα εκεί κάτω κινδυνεύεις!!

Βίκτωρ: Από ποιον;; Ξεχνάς ότι έχω πολύ περισσότερη δύναμη εγώ έτσι;

Ασημίνα: Και τι θα κάνεις;; Δεν μπορείς να την φέρεις εδώ!! Έχει αιώνια ποινή εξορίας!!

Βίκτωρ: Θα δω τι θα κάνω..

Ο Βίκτωρ βυθίστηκε στο νερό και εξαφανίστηκε δημιουργώντας ένα ελαφρύ κύμα στην λίμνη. Η Ασημίνα είχε πάρει έκφραση φόβου, καθώς ήξερε πολύ καλά πως ο Βίκτωρ τα τελευταία 17 χρόνια δεν είχε φύγει καθόλου από τον πλανήτη των μάγων!! Ήταν η δεύτερη δεκαετία που ήταν αρχηγός και φρόντιζε να είναι πάντα παρών σε ότι συνέβαινε. Τώρα όμως, ήταν η πρώτη του έξοδος και άφηνε την γυναίκα του, Ασημίνα υπεύθυνη για όσο έλειπε να τον ενημερώνει!

Η μικρή Εύα, πήγε και ξάπλωσε δίπλα στην Μάγδα και την χάζευε. Έμοιαζε να προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί της ενώ εκείνη κοιμόταν. Ήταν πολύ μικρή όμως για να χρησιμοποιήσει τέτοιες δυνάμεις και απογοητευόταν! Η Μάγδα συνήλθε από την κοίμηση που της είχε προκαλέσει ο Βίκτωρ και πετάχτηκε από το κρεβάτι. Η Εύα τρόμαξε και τσίριξε.

Μάγδα: Εύα;;

Εύα: Γεια!

Μάγδα: Τι κάνεις; Πως βρέθηκα εδώ;;

Εύα: Μάλλον ο μπαμπάς σε έφερε.. έτσι κάνει και με εμένα αν πάει αργά το βράδυ!

Μάγδα: Αα.. και που είναι τώρα;;

Εύα: Έφυγε ταξίδι έξω από την Ντριμεντρίνα..

Μάγδα: Ξέρεις που;

Εύα: Όχι.. μου έχει πει μόνο ότι όταν φεύγει ο αρχηγός από την Ντριμεντρίνα κανένας δεν μπορεί να μπει ή να βγει από τον πλανήτη!

Μάγδα: Πλανήτη;

Ασημίνα: Η Ντριμεντρίνα είναι πλανήτης, κοντά στην γη, αλλά δεν την πιάνει κανένας ανιχνευτής ή κάμερα.. έτσι είμαστε ασφαλείς από τους κοινούς ανθρώπους.

Μάγδα: Αα.. μάλιστα.. Ο Βίκτωρ που πήγε;; Γιατί δεν με αφήνει να φύγω;;

Ασημίνα: Για τον ίδιο λόγο που προσπάθησα να τον κρατήσω εδώ.. αλλά δεν μπόρεσα..

Εύα: Εγώ πάω να παίξω!!

Μάγδα: Μίλα ξεκάθαρα!!

Ασημίνα: Κορίτσι μου, πρέπει να καταλάβεις ότι δεν είμαστε όπως οι άνθρωποι.. έχουμε την ίδια μορφή, αλλά στην πραγματικότητα είμαστε τελείως διαφορετικά πλάσματα!! Θεωρούμαστε μάγοι στην γη, μα είμαστε εντελώς φυσιολογικοί στην Ντριμεντρίνα. Όταν κάποιος από εμάς πάει στην γη.. κινδυνεύει να αποκαλυφθεί και νομίζω πως ξέρεις πόσο σκληρός είναι ο κόσμος εκεί. Οτιδήποτε διαφορετικό το κατακρίνουν και το ταλαιπωρούν…

Μάγδα: Και εγώ πως έζησα εκεί 17 χρόνια;;

Ασημίνα: Γιατί, ευτυχώς για εσένα, η Δόμνα φρόντισε να σε μάθει να κρύβεις την ταυτότητά σου, αυτό που πραγματικά δηλαδή είσαι!

Μάγδα: Κατάλαβα.. Να σου κάνω μία ερώτηση τώρα. Αφού είναι τόσο επικίνδυνο να είμαστε έξω από την Ντριμεντρίνα, γιατί 17 χρόνια τώρα δεν ήρθα εδώ;; Γιατί μέναμε στην Αθήνα;;

Ασημίνα: Αυτό ήταν καθαρά θέμα της Δόμνας.

Μάγδα: Τι εννοείς;;

Ασημίνα: Δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες.. Μπορώ να σου πω μόνο ότι η Δόμνα δεν έχει πατήσει εδώ το πόδι της από τον θάνατο της οικογένειάς σου, εκτός μία φορά που την κάλεσε το συμβούλιο!

Μάγδα: Γιατί;

Ασημίνα: Καλύτερα να μάθεις τα υπόλοιπα από την ίδια, ή από τον Βίκτωρ.. Εγώ μπορεί να ξέρω πολλά, αλλά δεν είμαι το σωστό άτομο να σου τα πει!

Μάγδα: Καλά. Αυτό το δέχομαι. Γιατί όμως με κρατάτε εδώ;;

Ασημίνα: Εδώ και 17 χρόνια έχει γίνει ένα τρομερό λάθος!! Από τότε προσπαθούμε να το διορθώσουμε και επιτέλους το καταφέραμε!

Μάγδα: Τι εννοείς;

Ασημίνα: Δεν έπρεπε να σε πάρει η Δόμνα από το σχολείο εκείνη την ημέρα, αλλά ο Βίκτωρ! Δεν πρόλαβε όμως!

Μάγδα: Που να προλάβει να φύγει από τον τόπο του εγκλήματος..

Ασημίνα: Δεν μπορώ να σε κάνω να καταλάβεις. Πρέπει να τα μάθεις όλα με την σειρά.. όπως έγιναν τότε!!

Η Ασημίνα εγκατέλειψε την συζήτησή τους και κατέβηκε στην κουζίνα να ετοιμάσει το βραδινό φαγητό. Η Μάγδα κόντευε να τρελαθεί. Από την ένταση που ένιωθε άρχισε να ρίχνει κλοτσιές στο κρεβάτι της ενώ ξέσπασε συγχρόνως σε κλάματα! Μετά από λίγο έκατσε στο κρεβάτι και προσπάθησε να ηρεμήσει.

Εν τω μεταξύ ο Βίκτωρ πήγε στο σπίτι της Δόμνας. Την πέτυχε στον ύπνο, αφού πάντα ξάπλωνε νωρίς. Μόλις ένιωσε πως κάποιος μάγος βρισκόταν στον χώρο της ξύπνησε και σηκώθηκε βιαστικά. Τον είδε να στέκεται μπροστά της σαν ένας φυσιολογικός άνθρωπος.

Δόμνα: Τι θες εσύ εδώ;; Τέτοια τιμή δεν την περίμενα!

Βίκτωρ: Κόψε την ειρωνεία Δόμνα! Μην ξανά προσπαθήσεις να βρεθείς στην Ντριμεντρίνα με κανένα τρόπο!! Μην ξεχνάς πως έχεις αιώνια ποινή εξορίας!!

Δόμνα: Τι λες;; Ότι θέλω θα κάνω!! Δεν σε φοβάμαι!

Βίκτωρ: Κάνεις μεγάλο λάθος Δόμνα! Η Μάγδα θα μάθει όλη την αλήθεια. Τόσα χρόνια την είχες πείσει ότι εγώ είμαι υπεύθυνος για ότι συνέβη!! Έτσι την κράτησες κοντά σου. Όμως τώρα βρίσκεται στην Ντριμεντρίνα και δεν πρόκειται να σε αφήσω να την ξανά πλησιάσεις!!

Δόμνα: Τι μας λες;; Και θα σε πιστέψει νομίζεις!! Είσαι αρχηγός, αμέσως μετά τον θάνατο του αδερφού σου.. δεν ήταν δύσκολο να την πείσω πως εσύ τους σκότωσες γιατί γνώριζες για την διαθήκη του!! Ξέρεις πολύ καλά ότι μόνο με την δολοφονία του αρχηγού ενεργοποιείται η διαθήκη του!! Αυτό ξέρει και η Μάγδα!

Βίκτωρ: Δόμνα, μην συνεχίζεις!! Δεν θα έχει καλή κατάληξη όλο αυτό!

Δόμνα: Όταν η Μάγδα βρήκε την εφημερίδα, δεν ήταν τυχαίο! Επίτηδες την είχα αφήσει στην τουαλέτα. Δεν περίμενα να την βρει τόσο γρήγορα βέβαια.. Έτσι το σχέδιό μου μπήκε στην τελική ευθεία! Ο θάνατος του τελευταίου αρχηγού της οικογένειας!! Η εκδίκησή της θα μου έλυνε τα χέρια!! Δεν θα σε αφήσει έτσι!! Δεν θα σε πιστέψει! Τότε.. θα μπορέσω και εγώ να έρθω και πάλι στην Ντριμεντρίνα!!

Βίκτωρ: Ξέρεις πολύ καλά, ότι όλοι γνωρίζουν τι έκανες και ποια είσαι!! Δεν θα σε αφήσουν να γίνεις αρχηγός!!

Ο Βίκτωρ πήγε να φύγει και η Δόμνα του άσκησε δύναμη ώστε να τον αποδυναμώσει. Δεν τα κατάφερε όμως!! Ήταν πολύ αδύναμη λόγο της ηλικίας της! Ο Βίκτωρ την κοίταξε με ευχαρίστηση και της είπε «Πάρε το απόφαση! Τέλειωσες!» και έφυγε!

Πέρασε από το σπίτι της Μάγδας. Ήθελε να δει πως ζούσε τόσα χρόνια!! Να την γνωρίσει καλύτερα μέσα από το μέρος που ζούσε!! Βγαίνοντας από το σπίτι έπεσε επάνω στον Άγγελο. Κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν και πως προσπαθούσε να την πλησιάσει ερωτικά.

Βίκτωρ: Η Μάγδα λείπει σε ταξίδι.. θες να της πω κάτι;;

Γυρνώντας στην Ντριμεντρίνα βρήκε την Μάγδα να τον περιμένει στην λίμνη. Ετοιμαζόταν να κλείσει και πάλι την έξοδο με την δύναμή του όταν η Μάγδα τον πρόλαβε λέγοντάς του πως δεν είχε σκοπό να φύγει.

Βίκτωρ: Πως άλλαξες γνώμη;

Μάγδα: Έμαθα κάτι και θέλω να μου πεις αν ισχύει!

Βίκτωρ: Πες μου.

Μάγδα: Η θεία μου έχει αιώνια ποινή εξορίας;

Βίκτωρ: Ναι! Εδώ και 17 χρόνια!

Μάγδα: 17 χρόνια.. Γιατί;;

Βίκτωρ: Για μαζική δολοφονία. Αποφασίστηκε από το συμβούλιο ότι έπρεπε να εξοριστεί μόνιμα ώστε να είναι όλοι ασφαλείς.

Μάγδα: Μάλιστα. Τι φόνο έκανε;; Η οικογένειά μου..

Βίκτωρ: Ξέρεις την απάντηση!! Πολλά δεν ξέρεις.. αλλά σίγουρα αυτό το ξέρεις!!

Μάγδα: Θέλω να μάθω! Τώρα!

Βίκτωρ: Θα σου τα πω. Όμως θέλω να μείνεις εδώ! Μην την αφήσεις να σε χρησιμοποιήσει!

Μάγδα: Πες μου..

Βίκτωρ: Η Δόμνα, δεν είναι θεία σου! Είναι.. η γυναίκα που παραλίγο να παντρευτώ. Την ήξερες σαν θεία σου επειδή εκείνη στο έλεγε συνέχεια! Είχα καταλάβει πως ήθελε να έχει εξουσία. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να με πείσει πως εγώ έπρεπε να πάρω τον θρόνο και όχι ο πατέρας σου. Έτσι την χώρισα. Γύρισα στην Ντριμεντρίνα με σκοπό να απομακρυνθώ από εκείνη. Είναι πιο δυνατή στον κόσμο των ανθρώπων. Έχει μάθει να ζει εκεί. Όταν εγώ ήρθα στην Ντριμεντρίνα, βρήκε την ευκαιρία της. Είχε σκοπό να βγάλει από την μέση τον πατέρα σου, ώστε να διεκδικήσει τον θρόνο. Δεν κατάφερε όμως να το κάνει να φανεί σαν ατύχημα! Όχι εδώ στην Ντριμεντρίνα τουλάχιστον! Έτσι έπρεπε κάτι να κάνει ώστε να φανεί αθώα εδώ. Ο μόνος τρόπος ήταν να κάνει εσένα, την κόρη του, να ενοχοποιήσεις κάποιον άλλο! Κάποιον που θα είχε λόγο να κάνει αυτό το φόνο! Προσπάθησα μόλις το έμαθα να προλάβω να σε πάρω από το σχολείο σου να σε φέρω εδώ, να γλιτώσεις από όλα αυτά. Δεν πρόλαβα όμως! Σε πήρε εκείνη! Είχε τόση δύναμη τότε ειδικά που μπορούσε να σε κρύψει ακόμα και αν ήσουν δίπλα μου! Πήγα και την βρήκα τώρα και το είπε η ίδια ότι αυτό περιμένει.. Περιμένει να πάρεις από εμένα εκδίκηση ώστε να της δημιουργήσεις ελεύθερο δρόμο σκοτώνοντάς με, ώστε να πάρει τον θρόνο. Όχι πως μπορεί βέβαια.. Όλοι εδώ ξέρουν την αλήθεια! Κατάλαβες τι έχει συμβεί;

Μάγδα: Δεν μπορεί να λες αλήθεια.. δεν γίνεται να συμβαίνει αυτό! Όχι!! Όχι.. αν είναι αλήθεια όλα αυτά.. τότε εγώ.. εγώ ζούσα 17 χρόνια μέσα στο ψέμα!! Όχι!! Ένας από τους δύο λέει ψέματα!! Και.. δυστυχώς για εσένα.. δεν σε έχω ζήσει.. δεν μπορώ να σε πιστέψω!!

Η Μάγδα σηκώθηκε, άνοιξε τα χέρια της παίρνοντας πολύ επιθετικό βλέμμα και του επιτέθηκε λέγοντας πως δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσει να περάσει έτσι αυτό που έκανε στην οικογένειά της! Μία τεράστια χρωματιστή μπάλα δημιουργήθηκε η οποία καθώς κατευθυνόταν προς τον Βίκτωρ σκοτείνιαζε!! Εκείνος πρόλαβε και έβγαλε την ασπίδα του. Παρόλα αυτά έπεσε κάτω αναίσθητος! Τότε, η ασπίδα εισόδου απενεργοποιήθηκε και η Δόμνα βρέθηκε στην Ντριμεντρίνα!

Με ένα σατανικό γέλιο ευχαρίστησης πλησίασε τον Βίκτωρ θαυμάζοντας τον θάνατό του.

Δόμνα: Επιτέλους!! Επιτέλους θα πάρω αυτό που χρόνια προσπαθούσα!!

Μάγδα: Όχι.. όχι! Τι έκανα;;

Τότε θυμήθηκε τα λόγια της Ασημίνας! Ο Βίκτωρ είναι θείος σου και τον αδικείς απίστευτα!! Δεν θα σε αφήσω να κάνεις κάτι που μετά θα το μετανιώσεις φρικτά!!

 

Δόμνα: Τώρα που το κατάλαβες, είναι πια αργά!! Τώρα αυτό το βασίλειο μου ανήκει!!

Μάγδα: Κάνεις λάθος!!

Η Μάγδα προσπάθησε να επιτεθεί στην Δόμνα. Ήταν αρκετά ταλαιπωρημένη όμως! Η Δόμνα από την άλλη ήταν πιο έμπειρη και πιο δυνατή από εκείνη! Με απλές κοφτές κινήσεις σήκωσε την Μάγδα στον αέρα προκαλώντας της δυσκολία στην αναπνοή και την κοίταζε με τεράστιο μίσος!

Δόμνα: Εδώ είναι το τέλος!! Εδώ, είναι η δική μου αρχή!! Θα πάρω την ζωή σου, τα χρόνια που σου μένουν, την ομορφιά σου και τον θρόνο του θείου σου!!

Η Μάγδα πήρε μία περίεργη έκφραση και της είπε «Στην θέση σου δεν θα έλεγα πολλά!» και σήκωσε το βλέμμα της προς τα πίσω της Δόμνας! Εκείνη κοίταξε πίσω της και είδε τον Βίκτωρ ο οποίος με μία του κίνηση την σκότωσε!!

Η Μάγδα τον πήρε αγκαλιά και του ζητούσε συγνώμη κλαίγοντας και εκείνος την αγκάλιασε όσο πιο σφιχτά μπορούσε!!

Καθώς περνούσαν οι μέρες, όλα επέστρεφαν στους φυσιολογικούς τους ρυθμούς! Ο Βίκτωρ άνοιξε τις ασπίδες εισόδου και εξόδου της Ντριμεντρίνα και επέτρεψε στην Μάγδα να πηγαινοέρχεται! Εκείνη, έμεινε μερικές ημέρες στην Ντριμεντρίνα και μετά ετοιμάστηκε να γυρίσει στο σπίτι και στην δουλειά της. Την ώρα που ετοιμαζόταν να μπει στην λίμνη, την πλησίασε ο Βίκτωρ και της είπε «Εκεί κάτω.. σε περιμένω ένα πρόσωπο που σε θέλει πολύ! Ξέρω, πως είναι το μέλλον σου!» Την χτύπησε ελαφρά στην πλάτη και την χαιρέτησε!

Φτάνοντας στο σπίτι της, βρήκε στην πόρτα γραμμένο σε ένα χαρτάκι το τηλέφωνο του Άγγελου. Το έγραψε στο τηλέφωνό της και του τηλεφώνησε.

ΤΕΛΟΣ