Έκτη Αίσθηση!

Πόσες φορές έχουμε νιώσει αυτό το προαίσθημα , ότι κάτι πρόκειται να συμβεί και έχουμε αλλάξει γνώμη τελευταία στιγμή, γιατί σαν κάτι να μας έλεγε «Δεν πρέπει! Δεν είναι καλή ιδέα!» ..Πόσες φορές έχουμε πιάσει τον εαυτό μας να αποφασίζει σύμφωνα με το «ένστικτο» λες και είναι αυτό το μικρό ανθρωπάκι μέσα στο μυαλό μας που μας μιλάει και μας λέει πότε πρέπει να πούμε «ναι» και πότε «όχι».

(…)

Η Λυδία όμως ήταν αποφασισμένη! Ήθελε να έχει μια ήρεμη ζωή! Για αυτό και είχε φύγει μακριά από όλους! Ήταν η εξαίρεση μέσα στην οικογένεια από όταν γεννήθηκε! Γενικά η οικογένειά της ήταν πολύ ιδιαίτερη. Είχαν όλοι κάποιες ιδιαιτερότητες. Άλλοι μπορούσαν να καταλάβουν πάντα αν τους έλεγες αλήθεια ή ψέματα, άλλοι ήταν εντελώς χειριστικοί με τους άλλους χωρίς καν να τους αντιλαμβάνονται, άλλοι μπορούσαν να σε κάνουν να φας κόλλημα μαζί τους είτε φιλικά είτε ερωτικά απλά με μία ματιά, χωρίς να θεωρούνται καν γόηδες. Η Ρεγγίνα ήταν η χειρότερη περίπτωση. Ήταν η κακή επιρροή όπως και αν το πάρει κανείς! Μπορούσε να βάλει φιτιλιές και γενικά να παρασύρει σε πολύ κακές συνήθειες και πράξεις τους άλλους! Η Λυδία όμως ήταν η εξαίρεση! Όχι γιατί δεν είχε κάποια ιδιαιτερότητα, αλλά αντιθέτως, επειδή είχε την πιο ισχυρή ιδιαιτερότητα! Είχε την έκτη αίσθηση! Και όχι μόνο! Η Λυδία μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί μάγισσα από ένα κοινό μυαλό. Όμως δεν ήταν! Απλά γεννήθηκε με την ικανότητα να χρησιμοποιεί το 100% του εγκεφάλου της! Όχι πως είχε εξασκηθεί όμως σε αυτό! Ήταν αντίθετη σε οποιαδήποτε ιδιαιτερότητα! Δεν της άρεσε να ελέγχει και να χρησιμοποιεί τους άλλους και πόσο μάλλον να παραποιεί γεγονότα και καταστάσεις!

Η «Έκτη Αίσθηση» είναι μία νουβέλα φαντασίας, η οποία διαδραματίζεται σε μία άλλη διάσταση. Μιλάμε για ανθρώπους που έχουν διαφορετικό τρόπο ζωής, χάρη σε κάποιες ιδιαιτερότητες – ικανότητες που διαθέτουν. Η Λυδία, η πρωταγωνίστρια, είναι αντίθετη σε αυτή την νοοτροπία των ιδιαιτεροτήτων και αντιμετωπίζει αρκετά προβλήματα στην ζωή της λόγο αυτού, γιατί η ίδια διαθέτει την πλήρη ιδιαιτερότητα – ικανότητα να ελέγχει το 100% του εγκεφάλου της. 

Pause

Sometimes, feels like everything goes too fast and We can’t follow! Something like we have pressed the pause button of our lifes and we’re just standing, whaching.

But we can’t live like that. We must find ourselves. We need to go on and don’t let anything go faster than us! We need to press the start button and make No Pause. We must run and live. No pause!

My response to The Daily Post

Χάρισμα!

Είναι πολύ ωραίο να βλέπεις. Να μπορείς να θαυμάσεις τα υπέροχα χρώματα που δημιουργεί το ηλιοβασίλεμα. Να μπορείς να δεις τα λαμπερά μάτια του συντρόφου σου. Το πρώτο χαμόγελο του παιδιού σου! Να μπορείς να δεις ακόμα και τα πιο μικρά πράγματα, όπως ένα μικρό έντομο που περπατάει στο κλαδί κάποιου δέντρου.

Είναι όμως χάρισμα, να μπορείς να δεις την ψυχή του ανθρώπου που μιλάς. Την ομορφιά πίσω από την μάσκα που δημιουργεί και παρουσιάζει στους γύρω του. Να μπορείς να δεις και να νιώσεις, με δεμένα μάτια! Να μπορείς να ΔΕΙΣ πραγματικά! 

Το ηλιοβασίλεμα!

Ο ήλιος χαμηλώνει τα βλέφαρά του και παραδίνεται στις φλόγες του ουρανού. Τα χρώματα χορεύουν γύρω του. Τα τελευταία τραγούδια των πουλιών σχηματίζουν ένα είδος χωροδίας με την μελωδία από τα τζιτζίκια!

Το αεράκι που τρυπώνει από το τζάμι του αυτοκινήτου αναταράσει τα μαλλιά σου. Έχεις φτάσει στην κορυφή του βουνού. Όλα είναι τόσο ήσυχα εκεί πάνω! Ανοίγεις την πόρτα και βγαίνεις από το αυτοκίνητο. Νιώθεις να ξεχυλίζεις από οξυγόνο!

Ένα διάπλατο χαμόγελο μαρτυράει πόσο το απολαμβάνεις. Στέκεσαι μόλις δυο βήματα από το κενό. Νιώθεις απέραντη ελευθερία. Δεν υπάρχει φόβος μέσα σου.

Πεδιάδες φτάνουν ως το πιο μακρινό σημείο που φτάνει το βλέμμα σου. Καταπράσσινες, με μερικά δέντρα ανάμεσά τους. Καθώς ο ήλιος κρύβεται, ο ουρανός παίρνει ένα βαθύ κόκκινο χρώμα. Ξέρεις ότι πρέπει να γυρίσεις στο αυτοκίνητό σου. Μένεις για λίγο ακόμα όμως, να θαυμάσεις το υπέροχο θέαμα!

Το ηλιοβασίλεμα! 

Καθώς τα Μάτια Κλείνουν

Στεκόσουν μια ανάσα μακριά του. Το βλέμμα σου καρφωμένο επάνω του. Έμοιαζες ανήμπορη να αντιδράσεις. Να κάνεις κάτι. Να φωνάξεις. Και εκείνος εκεί, ακίνητος. Το βλέμμα του μαρτυρούσε πόσα ήθελε να πει. Και υπήρχαν άλλα τόσα που δεν πρόλαβε να κάνει.

Κόσμος αρχίζει να μαζεύεται…

Γονατίζεις από πάνω του και ίσα που τα δάχτυλά σου ακουμπούν το πρόσωπό του. Σου ψυθιρίζει «Φοβάμαι»… Μερικά δάκρυα χαϊδεύουν το πρόσωπό σου, ενώ μέσα σου γκρεμίζεται ο κόσμος! » Μη φοβάσαι… Σε αγαπάω!» του απαντάς. Αποκτά μία έκφραση ανακούφισης και μοιάζει τόσο ήρεμος. Κλείνει τα μάτια του για τον τελευταίο και πιο μακρύ του ύπνο! Κοιτάζεις τα χέρια σου που έχουν ακουμπίσει στο σώμα του και έχουν βαφτεί κόκκινα. Ξεσπάς σε κλάματα, ενώ ένα έντονο ρίγος διαπερνάει το κορμί σου. Η φωνή σου έχει εγκλοβιστεί και το κλάμα σου είναι βουβό! Το ασθενοφόρο μόλις που έχει φτάσει. Σε σηκώνουν και σε απομακρύνουν από εκείνον! Ξαφνικά η φωνή σου αρχίζει να ακούγεται, το κλάμα δεν είναι πια βουβό… Ξεσπάς φωνάζοντας, κατηγορώντας ότι και όποιον έφταιξε. Ο δρόμος, ο δεύτερος οδηγός, εσύ η ίδια που τον άφησες να ανέβει στην μηχανή… Που δεν τον προστάτεψες! Και δεν πρόλαβε καν να φύγει από το σπίτι. Δεν πρόλαβε να ακούσει τον ήχο της μηχανής του. Δεν πρόλαβε…

 

Καληνύχτα σας, με μία ακόμη βραδινή έμπνευση!

As The Sun Goes Down.

A full day has just finished. You are outside your job’s building. You are up to go home, do a shower, put the TV on and wait to sleep… But, you don’t. You just decide to change direction.

A new beach bar has open this week. You go there, wearing your formal work clothes. Walking into the bar, you see an old friend sitting in the depth. A person you didn’t ever expect to see him again! He was your bestfriend somewhen, but you cut contact with him. And what about now?? What you can do now?

He stands up and comes. You can leave and pretend you didn’t see him, but you don’t. Your feet are stuck to the floor and your breath is cut! He is now standing in front of you and you just do anything. You don’t speak. You don’t think. A stupid smile has appeared in your face which doesn’t allow you to hide you missed him! «Hey where have you been all of these years?? I lost you!!» He says. Your voice comes out difficalty… «Hi, Fine you??» He realises you feel embarrasment and he tooks you by the hand to go out. «Here is better. I missed you! Do you know this?» He seams to be sincere, but you’re not sure. You feel something is wrong.

He comes closer. Suddenly words come out of your mouth. «Did you really miss me?» He looks at you so puzzled and answers «Yes… yes I missed you!» and you just have made sure he is lying! He comes more close to you and he is a breath from you, going to kiss you.

And then? WHAT HAPPENS THEN? I’d like you to continue the story in comments. Let’s see how much inspiration is here!

PS: I hope you didn’t get mad about my bad level in English. Thank you!

Genius Cucullatus!

Επέλεξα να ανεβάσω το πρώτο μου απόσπασμα, από την συγκεκριμένη νουβέλα, γιατί θεωρώ πως είναι αρκετά ενδιαφέρον το ότι τα γεγονότα διαδραματίζονται σε ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο, το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί σαν εργοστάσιο που κατασκεύαζε κούκλες.   

Η Κάρλα ξυπνάει και στην αρχή νομίζει πως βλέπει όνειρο, χαζεύοντας την ομορφιά του κτηρίου. Μετά από λίγο το βλέμμα της κατεβαίνει και βλέπει όλα αυτά τα σκουπίδια και συνειδητοποιεί πως ο χρόνος έχει φερθεί άσχημα σε αυτό το μέρος, αλλά και πως η ίδια δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Σηκώνεται και κοιτάει από τα παράθυρα. Βλέπει μία αίθουσα σαν αυλή, μα περιτριγυρισμένη από ψηλούς τοίχους! Ανοίγει την μοναδική πόρτα που οδηγεί εκεί και βγαίνει έξω! Μοιάζει με αίθουσα συγκεντρώσεως σε κάποιο παλάτι, ή στο σπίτι της! Είναι πανέμορφο μέρος, μα παρατημένο! Στην μέση υπάρχει ένα επιτραπέζιο πιάνο, με το ένα του πόδι σπασμένο από τα χρόνια! Το έδαφος δεν είναι μαρμάρινο εκεί, μα πέτρινο, σαν όμως κάποιος να του έχει φερθεί πάρα πολύ άσχημα. Αρχίζει και ψάχνει τις αίθουσες με την ελπίδα ότι θα βρει κάπου την Σαλίνα αποκοιμισμένη να την περιμένει. Περνάει από μία πόρτα του ισογείου και βρίσκεται μπροστά σε μία διακλάδωση διαδρόμων όπου στην αρχή του ενός βρίσκεται ένα παρατημένο αναπηρικό καροτσάκι. Κοιτάζοντας τον άλλο διάδρομο, έμοιαζε να μην τελειώνει πουθενά.. Το βλέμμα της επέστρεψε στον πρώτο διάδρομο. Το καροτσάκι έμοιαζε να είχε μετακινηθεί, ενώ αυτός ο διάδρομος φαινόταν μικρός, μα το πάτωμα έμοιαζε πως θα έσπαγε αν κάποιος το πατούσε!

Λίγα λόγια για την υπόθεση: Η Κάρλα και η κόρη της Σαλίνα, πέφτουν με το ελικόπτερο σε ένα βουνό της Ρώμης. Η Κάρλα όταν ανακτά τις αισθήσεις της αντιλαμβάνεται πως η κόρη της δεν βρίσκεται πουθενά στην περιοχή που έπεσε το ελικόπτερο. Ψάχνοντας την κόρη της ανακαλύπτει ένα κτήριο πολύ παλιό, έρημο, με μία ξεθωριασμένη πινακίδα που γράφει Genius Cucullatus! Μπαίνει μέσα πιστεύοντας πως ίσως εκεί να κρύφτηκε η κόρη της.