Φορεστιάδα!

Φορεστιάδα: Διήγημα, είδους θρίλερ. Διαδραματίζεται σε ένα τεχνητό δάσος, την εποχή των Χριστουγέννων. Τα Χριστούγεννα αυτά, πρόκειται να μείνουν αξέχαστα σε κάθε παρευρισκόμενο! Ελπίζω να σας αρέσει!


Ο κόσμος στις ημέρες μας, έχει γίνει πολύ σκληρός! Δεν υπάρχει γύρω μας αγάπη, συναίσθημα και συνείδηση από ένα τεράστιο ποσοστό των ανθρώπων.  Μοιάζει σαν να φοβόμαστε τόσο πολύ την ταχύτητα που αλλάζουν τα δεδομένα της εποχής, που κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Ή ακόμα χειρότερα, ξεσπάμε τους φόβους μας με λάθος τρόπο.

Υπάρχουν όμως πάντα εξαιρέσεις!

Άνθρωποι που μοιάζει να βγήκαν από μία άλλη εποχή. Άνθρωποι που προσπαθούν να αλλάξουν τα δεδομένα της εποχής. Την αναισθησία, την αδιαφορία, την βία. Άνθρωποι που αν τους γνώριζες, ίσως να έλεγες πως νομίζουν ότι η ζωή είναι παραμύθι. Μα στην πραγματικότητα, αυτοί οι τόσο διαφορετικοί άνθρωποι, έχουν καταλάβει στην πράξη πόσο σκληρή και άδικη μπορεί να γίνει η ζωή! Έχουν φάει τα πιο δυνατά χαστούκια της ζωής και παρόλα αυτά κατάφεραν να κρύψουν το σημάδι τους και να προσπαθήσουν να αποτρέψουν άλλους να φάνε τέτοιου είδους χαστούκια.

Τέτοιοι άνθρωποι, δημιουργούν μία καλύτερη πραγματικότητα. Ένα σπίτι, μία οικογένεια, ένα μέσο για να βοηθήσουν τους πιο «αδύναμους».

 

 Ένα μέρος τέτοιο είναι η Φορεστιάδα!

 

“Φορεστιάδα”! Ένα τεχνητό δάσος τεράστιας έκτασης, με ξενοδοχείο στην είσοδό του και καλύβες σκορπισμένες σε ομάδες μέσα στο δάσος για τους επισκέπτες. Ένα μικρότερο ξενοδοχείο στο βάθος του δάσους για το προσωπικό, ένα ποταμάκι και αναρριχώμενο φράχτη στα σύνορά της, αλλά και μία υπέροχη λίμνη στο κέντρο του δάσους. Ένα δάσος που φιλοξενεί διάφορα ακίνδυνα ζωάκια και βγάζει χρήματα από τους «επισκέπτες» για φιλανθρωπικό σκοπό! Ένας ακόμη στόχος της, οι καλύτερες διακοπές για κάθε επισκέπτη αυτού του δάσους!

Το πιο πιθανό, είναι να σκέφτεσαι ότι κανείς δεν είναι φιλάνθρωπος. Όχι εθελοντικά τουλάχιστον. Όχι χωρίς κέρδος!

Έχεις δίκιο. Σχεδόν πάντα ο σκοπός είναι το κέρδος, ή η δουλειά ή η απάτη με την σωτήρια ταμπέλα της φιλανθρωπίας! Και ναι σίγουρα δεν πάνε όλα τα χρήματα στους «αδύναμους». Σίγουρα και στην Φορεστιάδα, από αυτά πληρώνεται το προσωπικό.

Σίγουρα είναι πολύ μικρό το ποσοστό των χρημάτων που πάνε καθαρά στον φιλανθρωπικό σκοπό. Όμως, ακόμη και αυτό το μικρό ποσοστό κάτι είναι, μέσα στην τόση απανθρωπιά της εποχής μας!


Ας πάμε όμως λίγο πιο βαθιά. Ας πάμε να δούμε τα Χριστούγεννα στην Φορεστιάδα. Μία αξέχαστη χρονιά, όχι μόνο για το συγκεκριμένο μέρος, αλλά και για κάθε παρευρισκόμενο! Αυτά τα Χριστούγεννα, θα είναι παρέα με τον Στιούαρντ και την Νόμπη, δύο από τους εργαζόμενους της Φορεστιάδας, αλλά και μερικούς ακόμη, που διάλεξαν την Φορεστιάδα για τις διακοπές των Χριστουγέννων!

~ 25/12 ~

Ο 35χρονος Στιούαρντ… ο όμορφος, η καλύτερα, ο γοητευτικός μπάρμαν, χρόνια εκεί μέσα! Είχε ήδη περάσει πίσω από τον πάγκο του και ετοίμαζε τα ποτά ειδικά για αυτή την ξεχωριστή ημέρα Χριστουγέννων. Η Νόμπη μόλις έφτασε στο μπαρ του ξενοδοχείου. Ψηλή, πανέμορφη, μελαχρινή γυναίκα. Ήταν 30 χρονών μα ποτέ κανείς δεν καταλάβαινε την ηλικία της. Όχι γιατί μικροέδειχνε, αλλά γιατί πάντα είχε αυτό το μυστήριο βλέμμα, που δεν μπορούσες να καταλάβεις καν πως αισθανόταν! Στάθηκε μπροστά από τον πάγκο και ακούμπησε την τσάντα της επάνω σε ένα σκαμπό.

«Στις ομορφιές σου βλέπω είσαι απόψε!» Ακούστηκε η φωνή του Στιούαρντ. Η Νόμπη του απάντησε με γεμάτη ειρωνεία την φωνή της  «Λόγω της ημέρας Στούι…»

 Η Νόμπη του έριξε ένα από τα πιο θανατηφόρα βλέμματά της και συνέχισε την δική της προετοιμασία για την βραδιά. Δεν της άρεσαν τα κομπλιμέντα και ειδικά από τον Στιούαρντ που τα συνήθιζε τόσο πολύ στις γυναίκες!

Εκείνος της αντιγύρισε… «Τουλάχιστον χαμογέλα λίγο στους πελάτες απόψε! Λόγω της ημέρας δηλαδή…»

Η Νόμπη, σαν να ξύπνησε από κάποια σκέψη της, τον ρώτησε αν είχε κανονίσει τίποτα για το ίδιο βράδυ, προκαλώντας την απορία του, αφού θα δούλευαν ως το ξημέρωμα!

« Να ξέρω αν θα έρθεις στο δωμάτιο, αλλιώς να κλειδώσω.» Συνέχισε εκείνη.

Η ώρα είχε περάσει και η κεντρική αίθουσα του ξενοδοχείου είχε κατακλειστεί από κόσμο! Ήταν ανοιχτή πρόσκληση και για επισκέπτες που μένανε εκεί αυτή την εποχή, αλλά και για ανθρώπους από την γύρω περιοχή!

Η αίθουσα θύμιζε πάρα πολύ Χριστούγεννα. Μόλις έμπαινες έβλεπες το μπαρ στολισμένο με γυαλιστερά διακοσμητικά και χρυσόσκονη, ενώ όλη η υπόλοιπη αίθουσα είχε γεμίσει με κόκκινα στολίδια και μικρά δεντράκια σε κάθε γωνιά!

Ο Στούι έφτιαχνε το ένα ποτό μετά το άλλο λες και βρισκόταν σε κάποιο διαγωνισμό ταχύτητας. Η Νόμπη έμοιαζε σαν να εξαφανιζόταν με την ταχύτητά της, ώστε να εξυπηρετήσει όλο αυτό τον κόσμο.

Στην αίθουσα μπήκαν τρεις πανέμορφες κοπέλες. Τρεις φοιτήτριες που είχαν έρθει το ίδιο πρωί και είχαν κλείσει τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές τους!

Φαίνονταν και οι τρεις ενθουσιασμένες μόλις αντίκρισαν πόσο ζεστό ήταν το κλίμα, παρόλο το κρύο που υπήρχε, μόλις έναν τοίχο μακριά! Η 20χρονη, γλυκιά και πολύ κομψά ντυμένη Ρίνα προχώρησε πρώτη προς τα μέσα. Την ακολούθησαν οι δύο φίλες της, η 23χρονη Αλέξια με το απόλυτα σταθερό της βήμα και το βλέμμα της να σκανάρει κάθε αρσενικό που βρισκόταν μέσα στην αίθουσα και η 22χρονη αυθόρμητη, ναζιάρα, με σχεδόν κανένα ίχνος διακριτικότητας, Ζοζέφ.

Παρήγγειλαν τα ποτά τους και έκατσαν στο μπαρ της αίθουσας. Ο Στούι, παρόλο το τρέξιμο με τόσο κόσμο, δεν έχανε ευκαιρία για φλερτ! Βλέποντας τις τρεις κοπέλες, την κάθε μία με την δική της ξεχωριστή ομορφιά, δεν μπόρεσε να κρατήσει το παθιασμένο βλέμμα του! Η Αλέξια ήταν αυτή που τον πρόσεξε πρώτη.

Γύρισε προς τις φίλες της γεμάτη ενθουσιασμό και αυτήν την πονηριά στην έκφρασή της που την χαρακτήριζε.

«Δεν ξέρω αν το παρατηρήσατε κορίτσια, αλλά ο μπάρμαν δεν έχει τραβήξει το βλέμμα του από επάνω σας!»

Με την Ζοζέφ να της επιστρέφει το συνηθισμένο χαζοχαρούμενο γέλιο της, ρωτώντας «Αλήθεια;». Γύρισε και κοίταξε τον μπάρμαν τόσο αδιάκριτα, τόσο φανερά, που κάποια άλλη κοπέλα θα έπρεπε να το προσπαθήσει για να το πετύχει! Η Ρίνα και η Αλέξια προσπάθησαν να την «μαζέψουν» λίγο αλλά εκείνη…

«Θα δεχτεί ο ομορφούλης αν του προτείνω για εκδρομούλα με τίποτα extreme sports; Τι λέτε;»

…δεν φάνηκε να πήρε το μήνυμα!

Η Νόμπη έφτασε στο μπαρ σχεδόν έτοιμη να καταρρεύσει από το λαχάνιασμα.

Στούι: Καλά είσαι;

Νόμπη: Βάλε δύο βότκες και γρήγορα!

Η ώρα είχε αρχίσει να περνάει πιο γρήγορα. Η μουσική δυνάμωσε, τα φώτα χαμήλωσαν, ο κόσμος άρχισε να διώχνει από επάνω του την ανασφάλεια και να χορεύει. Η Νόμπη τώρα καθόταν μέσα από το μπαρ και έπινε το ποτό της, απολαμβάνοντας ένα από τα μικρά διαλείμματα που έκανε, όποτε δεν της παράγγελναν άλλο ποτό. Τα κορίτσια είχαν πιει ήδη το τρίτο τους ποτό με αποτέλεσμα να μην ελέγχουν πλήρως τον εαυτό τους. Η Αλέξια και η Ρίνα γελούσαν ασταμάτητα, ενώ η Ζοζέφ είχε πιάσει κουβέντα με τον κούκλο Στούι… « Ώστε είσαι μόνος;»

…Και εκείνος όμως δεν άφηνε ευκαιρία να χαθεί.

« Για δυο μάτια σαν τα δικά σου πάντα είμαι ελεύθερος!»

~ 26/12 ~

Το ξημέρωμα δεν άρχισε να έρθει. Οι αχτίδες του ήλιου φώτισαν μία, μία τις καλύβες μέσα στο δάσος.

Το πρώτο πρωινό στην Φορεστιάδα βρήκε τα τρία κορίτσια να έχουν κοιμηθεί η μία επάνω στην άλλη, φορώντας τα ρούχα και τα παπούτσια τους. Ήταν ολοφάνερο πως πέρασαν πολύ όμορφα το προηγούμενο βράδυ!

Το φως του ήλιου ξύπνησε πρώτη την Αλέξια. Η Αλέξια σηκώθηκε και σκούντηξε και τις άλλες δύο κοπέλες να ξυπνήσουν.

« Κορίτσια, έχει πάει 12 το μεσημέρι! Σηκωθείτε να πάμε να φάμε τίποτα…»

Η Ρίνα, βέβαια, δεν μπορούσε να ανοίξει τα μάτια της από την νύστα! Είχε πιει περισσότερο από όλες το προηγούμενο βράδυ και αυτό φαινόταν ξεκάθαρα!

«Νυστάζω, πηγαίνετε εσείς, θα έρθω αργότερα!»

Η Ζοζέφ σηκώθηκε σχεδόν μηχανικά και άλλαξε ρούχα. Η Αλέξια σαν να τρόμαξε γύρισε απότομα το κεφάλι της προς το δάσος.

« Άκουσες τίποτα;» Ρώτησε προβληματισμένη την Ζοζέφ.

Ζοζέφ: Σαν τι;

Αλέξια: Από έξω, κάτι ακούστηκε… Στα χόρτα.

Ζοζέφ: Όχι, τίποτα… Αχ δες!

Ένα πανέμορφο σκιουράκι, κρυμμένο ανάμεσα στα χορταράκια, στις ρίζες ενός δέντρου, στεκόταν και τις παρατηρούσε από ώρα. Η Αλέξια πλησίασε για να δει τι της έδειχνε η Ζοζέφ, με αποτέλεσμα να το τρομάξει και να χαθεί.

Ζοζέφ: Ωχ, το τρόμαξες! Ήταν τόσο γλυκό!

Αλέξια: Ναι… Πάμε τώρα να φάμε!

~

Η Νόμπη ξύπνησε τυλιγμένη με το πάπλωμά της και εντελώς γυμνή! Ο Στούι δεν ήταν πουθενά γύρω της, ούτε και κάποιος «βραδινός επισκέπτης» όμως. Εκείνη αρκετά σαστισμένη αναζήτησε τον Στούι, που έβγαινε από το μπάνιο.

«Καλημέρα!» Είπε με όση γλύκα μπορούσε να χρησιμοποιήσει μιλώντας σε μία τόσο ελκυστική γυναίκα, τυλιγμένη μόνο με ένα πάπλωμα! Η Νόμπη κράτησε την ψυχραιμία της.

Νόμπη: Τι έγινε εχτές;

Στούι: Τι έγινε; Δουλέψαμε, γυρίσαμε, κοιμηθήκαμε… Γιατί; Δεν θυμάσαι;

Νόμπη: Μόνο κοιμηθήκαμε;

Ένα κρυφό χαμόγελο ξέφυγε από τα χείλη του Στούι.

Στούι: Αα.. κατάλαβα! Η αλήθεια είναι ότι είχες πιει πολύ… Αλλά μην ανησυχείς, δεν θα σε εκμεταλλευόμουν ποτέ! Απλά είχα μία όμορφη επίδειξη όταν ξάπλωσες… Δεν σκέφτηκες να βάλεις πιτζάμες πριν ξαπλώσεις βλέπεις.

Η Νόμπη τον κοίταξε έξαλλη και με γουρλωμένα τα μάτια της, τον έκανε να ανατριχιάσει από τον φόβο!

Στούι: Αλλά ορκίζομαι δεν σε ακούμπησα!

Ο Στούι πέταξε ένα πουκάμισό του στα χέρια της Νόμπη και εκείνη το φόρεσε για να σηκωθεί από το κρεβάτι.

~

Μία παρέα αγοριών βρέθηκε στην είσοδο της Φορεστιάδας. Ο Μπρους, ο Μπομπ και ο Τζακ. Ο Μπρους προχώρησε πρώτος, με το βαρύ και τρομερά ελκυστικό του βήμα  και έκλεισε μία καλύβα στο κέντρο της Φορεστιάδας για τους τρεις τους. Ο Τζακ άφησε για λίγο τους φίλους του και περιφέρθηκε στον χώρο παρατηρώντας κάθε λεπτομέρεια! Δεν του ξέφευγε τίποτα, όπου και αν βρισκόταν. Αφού κλείστηκε η καλύβα, πήραν τα πράγματά τους και ακολούθησαν τον ξεναγό μέχρι εκεί και τακτοποιήθηκαν.

Ο Μπρους είχε κανονίσει και είχε μαζί του μπύρες. Έβγαλε από μία στον καθένα και έκατσαν στα κούτσουρα, που ήταν σκαλισμένα σε μορφή καρέκλας, γύρω από ένα χοντρό κορμό για τραπέζι. Ο Μπρους άπλωσε το ένα του πόδι επάνω στη μοναδική κενή καρέκλα και άνοιξε την μπύρα του!

Μπομπ: Παιδιά, να κάνουμε καμιά βόλτα, μήπως βρούμε κανένα ωραίο κωλ… κοριτσάκι;

Ο Τζακ, αμίλητος και αγέλαστος ως τώρα, κοίταξε τον Μπομπ από πάνω μέχρι κάτω και ξέσπασε σε γέλια!

Τζακ: Πόσες φορές είδες ωραίο κώλο και σου απάντησε όταν μίλησες;

Ένα χαμηλόφωνο γέλιο ξέφυγε από τον, πάντα σοβαρό, Μπρους πριν μιλήσει.

Μπρους: Θα πάμε αργότερα καμιά βόλτα, να δούμε και τι κρύβει αυτό το δάσος.

Μπομπ: Τι κρύβει;

Μπρους: Λένε πως υπάρχουν κρυμμένοι δολοφόνοι που βγαίνουν τις νύχτες και σκοτώνουν διάφορους επισκέπτες!

Τζακ: Το τερμάτισες!   

Είπε γελώντας, ενώ άναβε ένα πουράκι, από τα αγαπημένα του.

Η Ζοζέφ και η Αλέξια, πήγανε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, στην είσοδο της Φορεστιάδας. Η Νόμπη, δούλευε ως σερβιτόρα στο εστιατόριο ως το μεσημέρι και στο μπαρ κάποια βράδια που διοργανώνονταν εκδηλώσεις. Αλύγιστη και φαινομενικά ξινή, τις πλησίασε.

Νόμπη: Τι θα πάρετε;

Αλέξια: Μία ποικιλία για εμένα.

Ζοζέφ: Μόνη σου; Είναι τεράστιο!

Νόμπη: Εσείς τι θα πάρετε;

Ζοζέφ: Ε, δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρη, είμαι ανάμεσα σε δύο…

Νόμπη: Μάλιστα, να ξανά έρθω σε λίγο;

Αλέξια: Όχι, θα πάρει ένα φιλέτο…

Η ημέρα της Νόμπη, είχε ήδη ξεκινήσει στραβά και δεν μπορούσε να φτιάξει με τίποτα! Εκείνη τη στιγμή, μπήκε ο Μπομπ στο εστιατόριο. Με το ελαφρύ του βήμα και τον αυθορμητισμό του, έκανε αισθητή την παρουσία του χωρίς κόπο!

Μπομπ: Καλησπέρα σας!

Φώναξε από την πόρτα, πηγαίνοντας να κάτσει σε ένα τραπέζι. Η Ζοζέφ και η Αλέξια γύρισαν το βλέμμα τους επάνω του, αυθόρμητα. Η Αλέξια βέβαια, είχε πάρει το συνηθισμένο απαξιωτικό βλέμμα που έπαιρνε για κάθε άνθρωπο σαν τον Μπομπ. Τότε ήταν που ο Μπομπ πρόσεξε τις δύο κοπέλες. Πιο συγκεκριμένα, την Αλέξια. Αυτή η άγρια ομορφιά της και ταυτόχρονα τόσο γλυκιά στα μάτια του. Εκείνη τον κοίταξε απαξιωτικά, μα αυτός κόλλησε. Κόλλησε στο βλέμμα της, χωρίς διακριτικότητα!

Νόμπη: Θα παραγγείλετε τι θα γίνει;

Μπομπ: Εε; Ναι, ναι…

Το αίμα της είχε ανέβει στο κεφάλι και αυτό δεν κρυβόταν με κανέναν τρόπο! Ο Μπομπ τρόμαξε μόνο με το βλέμμα της και δεν καθυστέρησε δευτερόλεπτο να της απαντήσει!

~

Ο Μπρους και ο Τζακ, πήγαιναν και αυτοί στο εστιατόριο, να βρουν τον Μπομπ. Καθώς περπατούσαν, φάνηκε μέσα από το σακάκι του Τζακ το όπλο του!

Μπρους: Ρε πας καλά; Τι το θες εδώ αυτό το πράγμα; Κρύψε το καλά τουλάχιστον!

Τζακ: Αφού με ξέρεις.

Απάντησε και έκλεισε το σακάκι του. Βρήκαν τον Μπομπ και έκατσαν μαζί του.

Μπρους: Τι γίνεται μικρέ, πήρες τίποτα;

Μπομπ: Ήθελα να της πω να σας περιμένω, αλλά την φοβήθηκα αυτήν έτσι όπως με κοίταξε και παρήγγειλα!

Τζακ: Δεν πειράζει, κάτσε να της κάνω ένα νόημα να πάρουμε και εμείς τίποτα.

 Η Νόμπη πλησίασε το τραπέζι χωρίς καμία θέληση μέσα της. Ο Τζακ ξεκίνησε να μιλάει, ενώ ο Μπρους για μια στιγμή χάθηκε στο πρόσωπό της. Καθώς η Νόμπη απομακρυνόταν από το τραπέζι τους, ο Μπρους σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα, που βρισκόταν ακριβώς δίπλα από εκεί που καθόταν η Νόμπη. Εκείνη φάνηκε αδιάφορη, ώσπου να πέσει το βλέμμα του στα μάτια της. Το γεμάτο του βλέμμα, που δεν δίστασε ούτε φοβήθηκε να κρατηθεί ευθεία μέσα στα μάτια της! Αυτό ήταν που την τράβηξε! Όμως δεν ήταν αρκετό για να την κάνει να αφεθεί. Δεν υπήρξε ποτέ κάτι, ή κάποιος, να την κάνει να αφεθεί και να ερωτευτεί. Ποτέ!

Τζακ: Ρε που κοιτάς από πριν; Μπομπ;

Ο Τζακ με μια ματιά κατάλαβε πως το βλέμμα του Μπομπ είχε καρφωθεί στην Αλέξια. Ξαφνιάστηκε! Ο Μπομπ να κοιτάξει τέτοια κοπέλα; Πάντα τα χαζοχαρούμενα κοριτσάκια που ενδιαφέρονταν μονάχα για νύχια και μαλλιά κοίταγε. Τι είχε αλλάξει;

Τζακ: Ρε αυτή έτσι και της μιλήσεις θα σε δείρει! Δεν είναι για τον τύπο σου.

Μπομπ: Τι θες να πεις; Τι έχω εγώ δηλαδή;

Τζακ: Τίποτα, απλά δεν έχεις το βαρύ του άντρα που θέλουν κάτι τέτοιες…

Μπομπ: Ναι;

Ο Μπομπ σηκώθηκε και πήγε κατευθείαν προς το μέρος της. Η Ζοζέφ βλέποντάς τον έκανε νόημα με τα μάτια της στην Αλέξια.

Μπομπ: Μπορώ να σου μιλήσω;

Αλέξια: Τι θες;

Μπομπ: Είσαι πολύ όμορφη!

Αλέξια: Αγοράκι… δεν έχω καμία όρεξη για λουλουδάκια!

Μπομπ: Μάλιστα.

Ο Μπομπ γύρισε ηττημένος στο τραπέζι και έκατσε αμίλητος. Ο Τζακ κούνησε το κεφάλι του αφού όσο σίγουρος και αν ήταν για αυτή την ήττα, ήλπιζε πως ο φίλος του θα μπορούσε να τα καταφέρει! Ο Μπρους βγαίνοντας από την τουαλέτα, πλησίασε την Νόμπη.

Μπρους: Ξέρεις, δεν το συνηθίζω, δεν μου αρέσει να την πέφτω. Μόνο σε ειδικές περιπτώσεις! Και εσύ είσαι η πιο ειδική περίπτωση! Με έχεις μαγέψει! Τι κάνεις απόψε;

Νόμπη: Κοιμάμαι!

Μπρους: Εγώ πάλι όχι. Θα είμαι στο μπαρ που δούλευες εχτές.

Γύρισε στο τραπέζι, σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Ο Τζακ του είπε με τον τρόπο του τι συνέβη με τον Μπομπ, χωρίς να τον ακούσει φυσικά. Γυρνώντας στην καλύβα τους, ο Τζακ έκατσε στο κούτσουρο και άναψε ένα πουράκι, πίνοντας την μπύρα του, ενώ ο Μπρους έκατσε με τον Μπομπ μέσα στην καλύβα.

Μπρους: Τι έχεις εσύ;

Μπομπ: Τίποτα, νύσταξα από το φαγητό…

Μπρους: Ποιο φαγητό; Ούτε το μισό δεν έφαγες! Λέγε τι συμβαίνει;

Μπομπ: Είμαι ένας ασήμαντος και άχρηστος, αυτό συμβαίνει! Ούτε μια κοπέλα δεν μπορώ να κάνω να με κοιτάξει!

Μπρους: Μην ακούω μαλακίες! Σύνελθε!

Μπομπ: Ξέρεις ότι έχω δίκιο! Κάθε φορά που μιλάω σε κοπέλα τρώω χαστούκια! Και ούτε καν με το χέρι, με το στόμα!

Μπρους: Γιατί δεν έχεις την αυτοπεποίθηση που χρειάζεσαι! Ούτε άχρηστος είσαι ούτε τίποτα! Πιο σημαντικός είσαι από εμένα, από τον Τζακ. Επειδή δεν έχεις μηχανή και βαρύ βήμα; Τι πάει να πει αυτό δηλαδή; Ο κάθε ένας μας έχει τον δικό του χαρακτήρα! Με αυτό που είσαι θα κερδίσεις την κοπέλα που θες! Φτάνει να μην φοβάσαι και να μην ακούς κανέναν! Μια χαρά είσαι!

Μπομπ: Ευχαριστώ! Αν και δεν μπορώ να πω ότι σε πιστεύω… Αλλά πραγματικά σε ευχαριστώ!

Τζακ: Ελάτε ρε έξω, δεν κάνει τόσο κρύο.

~

Ρίνα: Μου φέρατε τίποτα να φάω;

Αλέξια: Μπα, ξύπνησες; Πιάσε! Χάμπουργκερ σου πήραμε!

Ρίνα: Χάμπουργκερ; Πως θα το φάω δηλαδή με τα χέρια;

Ζοζέφ: Γιατί δεν έχεις; Χαχα!

Ρίνα: Γελάσαμε… Τέλος πάντων. Έχε χάρη που πεινάω σαν λύκος!

Αλέξια: Αιώνια Ρίνα! Πιο σνομπ πεθαίνεις! Ήθελα και να ήξερα τι σε τάιζαν οι γονείς σου… Φιλέτα και αστακούς;

Ρίνα: Ναι, γιατί που είναι το παράξενο;

~

Το βράδυ αντικατέστησε την ημέρα, το φεγγάρι πήρε την θέση του και ο ήχος των βραδινών ζώων που κρύβονταν στα δέντρα είχε αρχίσει να ακούγεται.

Ο Στούι είχε πιάσει δουλειά στο μπαρ, μετά από μία ολόκληρη ημέρα ύπνου! Το μπαρ είχε σχεδόν γεμίσει από τους επισκέπτες που έμεναν στις καλύβες και στο ξενοδοχείο. Η παρέα των κοριτσιών είχε ήδη φτάσει στο μπαρ και είχαν κάτσει σε ένα ψηλό τραπέζι στο κέντρο. Η Ζοζέφ δεν έχανε ευκαιρία για φλερτ με τον Στούι.

Ζοζέφ: Αχ δεν είναι πολύ ωραίος, έτσι όπως φτιάχνει τα ποτά; Κάνει και κόλπα!

Ρίνα: Έλεος!

Αλέξια: Καλός είναι…

Ζοζέφ: Εσύ τι έχεις από το μεσημέρι; Στην έσπασε αυτό το γλυκό αγόρι;

Ρίνα: Ποιο; Τι έχω χάσει;

Αλέξια: Τίποτα! Κοίτα τον μπάρμαν σου εσύ Ζοζέφ και μην μιλάς!

Η Αλέξια δεν μπορούσε να διανοηθεί πως την είχε γοητεύσει ο Μπομπ! Είχε συνηθίσει να κοιτάζει μόνο αυτούς που ήταν της μιας βραδιάς και αυτό γιατί από μικρή δεν πίστευε στο δέσιμο μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας. Δεν πίστευε πως υπάρχει έρωτας, αγάπη, δεν είχε δει ποτέ να συμβαίνει στα αλήθεια αυτό! Στην μνήμη της είχε χαραχθεί μόνο η σκληρή εικόνα του πατέρα της. Ένας άντρας που σήκωνε το χέρι του στην γυναίκα του και δεν δίσταζε να κάνει το οτιδήποτε στην ίδια. Όχι, με τίποτα δεν υπήρχε πραγματική αγάπη! Για την Αλέξια, ήταν όλοι ίδιοι. Και αν όχι ίδιοι, θα γίνονταν μεγαλώνοντας ίδιοι!

Στούι: Καλώς την όμορφη παρέα! Τι κάνουν οι κοπέλες;

Ρίνα: Πίνουν.

Ζοζέφ: Καλά είμαστε εσύ;

Στούι: Καλά και εγώ. Βρήκα κενό και είπα να περάσω από το τραπέζι σας. Δεν χορεύετε όμως βλέπω!

Αλέξια: Δεν είναι στα χόμπι μας, πειράζει;

Στούι: Καλά, μην βαράς! Εσύ ασφαλώς χορεύεις ε….;

Ζοζέφ: Ζοζέφ! Ναι χορεύω, αν μου ζητηθεί.

Στούι: Ζοζέφ, ωραίο όνομα, σπάνιο! Μοιάζει με εκείνο που έψαχνα…

Ο Στούι επέστρεψε στο πόστο του, αφήνοντας πρώτα ένα μικρό δωράκι στην ναζιάρα Ζοζέφ. Ένα ραβασάκι! «Θα σε περιμένω στο κλείσιμο, εδώ στο μπαρ, γλυκιά καραμελίτσα! Έχουμε πολλά να πούμε εμείς οι δύο…» Η Ζοζέφ, δεν σταμάτησε να χαμογελάει και να τον κοιτάζει από εκείνη την στιγμή, ενώ έπινε το ένα ποτό μετά το άλλο!

~

Η Νόμπη βρισκόταν στο δωμάτιο, στο ξενοδοχείο προσωπικού, στο βάθος του δάσους. Έμενε μαζί με τον Στιούαρντ αυτόν τον ένα χρόνο που βρισκόταν στην Φορεστιάδα. Είχε ξαπλώσει και διάβαζε ένα ημερολόγιό της, από τότε που ήταν μικρή.

 «Και τότε σας έχασα, μέσα στα ατρόμητα νερά της θάλασσας. Και όλο αυτό γιατί; Γιατί έπρεπε να φύγετε; Γιατί κανείς δεν νοιάστηκε; Γιατί να ακούω από όλους ότι θέλουν να με βοηθήσουν και ότι είμαι μικρή και θα το ξεπεράσω, όταν τότε ήταν τόσοι πολλοί και δεν βούτηξε ούτε ένας να σας σώσει; Όχι δεν πιστεύω πως υπάρχει κάποιος που θα ήθελε πραγματικά να με βοηθήσει. Ούτε εμένα ούτε κανέναν! Απλά δεν υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι!»

Οι εικόνες ήρθαν αυτόματα στο μυαλό της και δεν κατάφερε να συγκρατήσει τα δάκρυά της! Θυμήθηκε πόσα Χριστούγεννα είχε χάσει από τότε. Πόσες γιορτές έχει περάσει μόνη. Μακριά τους! Και τώρα, για άλλη μία χρονιά, πάλι το ίδιο. Αυτές οι ημέρες υποτίθεται θα ήταν ξεχωριστές. Μα ποτέ δεν ήταν.

~

Μπρους: Έλα σήκω, πάμε για ένα ποτό. Ο άλλος δεν έρχεται λέει αν δεν έρθεις! Χριστουγεννιάτικες ημέρες είναι… Δεν είμαστε που δεν είμαστε στο πνεύμα, μην καθόμαστε και μέσα στην καλύβα έτσι…

Μπομπ: Εντάξει, θα έρθω. Μισό λεπτό να ετοιμαστώ.

Δεν άργησαν να εμφανιστούν στο μπαρ και τα αγόρια. Ο Μπρους παρατήρησε από την πρώτη στιγμή ότι η Νόμπη δεν βρισκόταν εκεί. Δεν περίμενε εξάλλου να δεχτεί τόσο εύκολα η συγκεκριμένη γυναίκα να βγει μαζί του. Ήταν πολύ μικρότερός της! Φαινόταν αυτό, όσο και αν ήταν πανέμορφη! Τρομακτική αν ήθελε, αλλά πραγματικά όμορφη.

Μπομπ: Δεν το πιστεύω…

Τζακ: Τι έγινε;

Μπομπ: Είναι εδώ! Να πάω; Ας κάνω μία προσπάθεια…

~

Μπομπ: Καλησπέρα!

Ρίνα: Καλησπέρα.

Ζοζέφ: Όπα, καλώς τον!

Αλέξια: Πάλι εσύ;

Μπομπ: Θέλω να σου μιλήσω!

Ρίνα: Ποιο είναι το παιδί;

Ζοζέφ: Ο Μπομπ.

Μπομπ: Πως;

Ζοζέφ: Άκουσα που σου φώναζαν τα παιδιά απέναντι… Μένουμε πολύ κοντά! Είμαι η Ζοζέφ, από εδώ η Ρίνα και η Αλέξια.

Αλέξια: Ζοζέφ κόφτο! Τι θες… Μπομπ;

Μπομπ: Εσένα!

Ρίνα: Όπα!

Αλέξια: Τι δεν καταλαβαίνεις; Δεν…

Μπομπ: Συγνώμη…

Ο Μπομπ έφυγε τρομερά απογοητευμένος. Δεν πήγε καν στο τραπέζι του! Έφυγε από το μπαρ, βγήκε στο δάσος. Η Αλέξια αναστατώθηκε. Ήξερε πως ήταν λάθος, ένιωθε πως αυτό το αγόρι ήταν ξεχωριστό, ήταν αυτός που θα την άλλαζε! Σηκώθηκε και έτρεξε πίσω του.

Τον πρόλαβε ανάμεσα σε κάτι ψηλά δέντρα.

Αλέξια: Μπομπ! Περίμενε!

Ο Μπομπ γύρισε και την κοίταξε και τα μάτια του δεν φαίνονταν χαρούμενα όπως νωρίτερα. Η Αλέξια τον πλησίασε γεμάτη ενοχές και τον έπιασε από το χέρι.

Αλέξια: Συγνώμη! Δεν φταις εσύ! Μπορώ να σου πω δυο λεπτά;

Μπομπ: Πες μου, ότι θες!

Δεν χρειάστηκαν πολλά λόγια για να περιγράψει πόσο δύσκολο της ήταν και πρωτόγνωρο συναίσθημα αυτό που την είχε κάνει να αισθανθεί. Τα δάκρυα και ο πόνος στα μάτια της μαρτυρούσαν όλα όσα είχε ζήσει. Ο Μπομπ, αν και ήταν το αγόρι που δεν σου έβγαζε να κάνεις σοβαρή κουβέντα μαζί του, ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που την κατάλαβε, γιατί την άκουσε!

Το φιλί, αυτό το φιλί, που δεν το προκάλεσε κανένας τους, απλά συνέβη… Αυτό το φιλί ήταν τόσο ζεστό, τόσο στοργικό. Ήξεραν πως δεν θα ήταν εύκολο, ήταν η πρώτη φορά για τον Μπομπ, αλλά στην ουσία και για την Αλέξια! Όσο σκληρή και αν φαινόταν. Ήταν η προστασία της και μόνο να δείχνει σκληρή! Ήταν σαν ασπίδα.

~

Η ώρα είχε περάσει και ο Μπομπ με την Αλέξια επέστρεψαν στις παρέες τους. Όχι όμως ξεχωριστά! Ο Μπομπ πήρε την Αλέξια στην παρέα του και έπειτα ενώθηκαν με την παρέα της, σαν μία παρέα. Ναι, αυτά τα Χριστούγεννα θα ήταν διαφορετικά! Για όλους!

Μετά από λίγη ώρα, εμφανίστηκε στο μπαρ η Νόμπη! Πιο όμορφη από κάθε άλλη φορά! Είχε φορέσει το καλύτερό της φόρεμα και το πιο κόκκινο κραγιόν της. Πήγε και έκατσε στο μπαρ.

Στούι: Πως και από εδώ;

Νόμπη: Δεν άντεχα να περάσω για άλλη μία φορά τις ημέρες των Χριστουγέννων μόνη μου και να βλέπω κόσμο μόνο όταν δουλεύω!

Στούι: Κατάλαβα… Ψυχολογικά χάλια πάλι!

Νόμπη: Κάθε χρόνο.

Μπρους: Ήρθες βλέπω!

Νόμπη: Καλησπέρα. Ναι, ήρθα τελικά.

Μπρους: Πολύ χαίρομαι!

Η βραδιά κύλισε όμορφα, με πολλά ποτά και γέλια! Η ώρα της αποχώρησης έφτασε όμως. Οι δύο παρέες μαζεύτηκαν στην καλύβα των αγοριών και συνέχισαν πίνοντας μπύρες. Η Νόμπη επέστρεψε στο δωμάτιό της να κοιμηθεί, αφού δούλευε το πρωί. Η Ζοζέφ έλειπε μόνο! Είχε πει στα κορίτσια φυσικά ότι είχε κανονίσει κάτι. Το μπαρ έκλεισε. Τα αγόρια και τα κορίτσια είχαν ξεσαλώσει παίζοντας διάφορα παιχνίδια, όπως θάρρος και  αλήθεια, ενώ η Αλέξια και ο Μπομπ δεν είχαν σταματήσει να ανταλλάσουν φιλιά!

Η Ζοζέφ από την άλλη…

Ζοζέφ: Κλείσαμε βλέπω!

Στούι: Επιτέλους! Έχεις πιει;

Ζοζέφ: Πολύ! Χαχα! Εσύ; Ήπιες;

Στούι: Όχι! Αλλά καλύτερα, να θυμάμαι τι θα κάνουμε!

Ζοζέφ: Τι θα κάνουμε δηλαδή;

Ο Στούι, οδήγησε την Ζοζέφ στην τουαλέτα, φιλώντας την. Το απόλαυσαν και οι δύο! Λίγο ήθελαν να ακουστούν στα δωμάτια του ξενοδοχείου και στους υπεύθυνους. Έπειτα, γύρισαν ο Στούι στο ξενοδοχείο προσωπικού και η Ζοζέφ στην καλύβα. Τα κορίτσια την βρήκαν να κοιμάται με τα ρούχα, απόδειξη του πόσο είχε πιει όταν γύρισε.

~ 27/12 ~

Το ξυπνητήρι της Νόμπη δεν σταματούσε να χτυπάει. Έπρεπε να σηκωθεί και γρήγορα μάλιστα! Ο Στούι της πέταξε το μαξιλάρι του λέγοντάς της να το κλείσει. Εκείνη νευρίασε και του πέταξε πίσω το μαξιλάρι φεύγοντας.

Η δουλειά δεν ήταν πολλή αυτό το πρωινό και έτσι η Νόμπη έβρισκε κάποια λεπτά ελεύθερα για αναπόληση της προηγούμενης βραδιάς. Δεν έγινε τίποτα παραπάνω από ένα φιλί, όμως πέρασε τόσο όμορφα μαζί με τον Μπρους. Της είπε πως θα κανόνιζε για μία καλύβα για αυτό το βράδυ, να μείνουν οι δυο τους. Εκείνη δέχτηκε!

~

Τα κορίτσια ξύπνησαν με τρομερό πονοκέφαλο. Όλες εκτός της Ζοζέφ που ακόμη κοιμόταν. Έμοιαζε λες και είχε πέσει σε κώμα!

Αλέξια: Τι έκανε αυτή τελικά εχτές;

Ρίνα: Μάλλον είχε ραντεβουδάκι και το ξενύχτισε…

Αλλά και τα αγόρια δεν πήγαιναν πίσω. Εκτός βέβαια τον Τζακ. Ήταν ο μόνος που δεν είχε κοιμηθεί όλη νύχτα. Τριγυρνούσε όλο το βράδυ στο δάσος. Καθόταν παρέα με διάφορα ζωάκια, άναβε το ένα πούρο μετά το άλλο. Σχεδόν ποτέ δεν κοιμόταν βράδυ. Είχε τρομερούς εφιάλτες τα τελευταία 3 χρόνια. Από τότε που έχασε την 7χρονη αδερφή του, από ένα μαφιόζο! Τα ουρλιαχτά της μάνας του τον είχαν στοιχειώσει! Η περιοχή που έμενε ήταν πάντα επικίνδυνη. Χωρίς όπλο δεν επιβίωνες! Από τότε είχε πάντα επάνω του όπλο και ας μην ήθελε ούτε να τα βλέπει μέχρι τότε!

~

Αυτή η ημέρα πέρασε πολύ γρήγορα! Τις περισσότερες ώρες οι δυο παρέες κοιμόντουσαν, ή ήταν ξαπλωμένοι και μιλούσαν πίνοντας καφέδες. Είχαν μαζευτεί και πάλι στην καλύβα των αγοριών. Η Αλέξια με τον Μπομπ έφευγαν κάπου, κάπου για καμιά βόλτα και επέστρεφαν.

Η Νόμπη σχόλασε και πέρασε από το δωμάτιό της, μονάχα για να αλλάξει ρούχα, αφού είχε βράδυ ραντεβού στην καλύβα με τον νεαρό, αλλά γοητευτικότατο, Μπρους! Έπειτα, σειρά είχε μία μεγάλη βόλτα, έξω από την Φορεστιάδα. Είχε πολύ καιρό να πάει για τις περιποιήσεις της.

~

Ώσπου, πολύ γρήγορα, ήρθε το βράδυ…

Οι δύο παρέες είχαν αράξει γύρω από το κορμό, άλλοι στα κούτσουρα και άλλοι σε καναπεδάκια από παλέτες που είχαν φέρει από την καλύβα των κοριτσιών. Οι μπύρες δεν σταματούσαν να ανοίγουν, όπως και τα πειράγματα μεταξύ των παιδιών.

Ο Τζακ εν τω μεταξύ, είχε αφήσει ανοιχτό το σακάκι του, με αποτέλεσμα να τραβήξει τα βλέμματα των κοριτσιών, που δεν γνώριζαν πως οπλοφορούσε. Ο Μπρους τους εξήγησε φυσικά πως ποτέ δεν χρησιμοποιούσε το όπλο του!

Ήταν λίγο πριν πιάσει δουλειά ο Στούι όταν ο Μπρους σηκώθηκε να πάει στην καλύβα για το ραντεβού του. Ήταν μία καλύβα κοντά στα σύνορα της Φορεστιάδας, δίπλα στο ποταμάκι και τον αναρριχώμενο φράχτη! Ρομαντικά, τόσο όσο χρειάζονταν και εκείνος, αλλά και η Νόμπη!

Εκείνη, μόλις που είχε φύγει από το δωμάτιο που έμενε με τον Στούι, κρατώντας την τσάντα της με μία αλλαξιά ρούχα μέσα!

Η Ζοζέφ τότε χτύπησε την πόρτα του Στούι. Εκείνος, νομίζοντας πως η Νόμπη ξέχασε το κλειδί της, άνοιξε χωρίς να ρωτήσει ποιος ήταν. Η Ζοζέφ τότε, μεθυσμένη, μπήκε και άρχισε να τον ρωτάει τι έκανε λάθος και της φέρθηκε έτσι.

Ζοζέφ: Όλη μέρα σε έψαχνα και με έφτυνες! Αυτό ήταν; Με είδες μεθυσμένη, εύκολη λεία και πέρασες απλά καλά; Μία βραδιά;

Στούι: Ζοζέφ φύγε. Δεν σου ζήτησα ποτέ σχέση, ούτε κάναμε τίποτα!

Ζοζέφ: Μην με βγάζεις τρελή! Μεθυσμένη ήμουν, αλλά θυμάμαι πολύ καλά! «Εγώ δεν είμαι μεθυσμένος αλλά καλύτερα, για να θυμάμαι αυτό που θα κάνουμε» Έτσι μου είπες!

Στούι: Ζοζέφ, φύγε!

Η Ζοζέφ, έφυγε κλαίγοντας και γύρισε στην καλύβα. Όχι όμως στων αγοριών που είχαν πάει τα κορίτσια. Η Ρίνα έτυχε να πάει στην καλύβα να βάλει ένα πιο χοντρό μπουφάν και βρήκε την Ζοζέφ να κλαίει με λυγμούς!

Ρίνα: Τι έπαθες; Γιατί κλαίς;

Ζοζέφ: Ο Στούι, λέει ότι δεν κάναμε τίποτα και με έδιωξε! Αλλά το θυμάμαι Ρίνα!

Ρίνα: Τον μαλ**α! Σε καταλαβαίνω! Ηρέμησε κορίτσι μου, ηρέμησε!

Ζοζέφ: Πώς να ηρεμήσω; Δεν είναι η πρώτη φορά!

Ρίνα: Τι εννοείς;

Ζοζέφ: Στο ΤΕΙ ρε Ρίνα… Ένας μου άρεσε… ο πρώτος που ερωτεύτηκα και μόλις προχωρήσαμε με παράτησε! Αυτό ήθελε μόνο! Όλοι αυτό θέλουν τελικά!

Εκείνο το βράδυ, πέρασε πολύ δύσκολα για την Ζοζέφ. Όχι μόνο για την Ζοζέφ όμως! Ο Τζακ, είχε αρχίσει να έχει εικόνες από την δολοφονία της αδερφής του και χωρίς να κοιμάται. Πολεμούσε να πνίξει όλον αυτόν τον πόνο αυτά τα 3 χρόνια και τώρα του έβγαινε έτσι! Ήταν χειρότερο! Σηκώθηκε και έφυγε από την παρέα, ψάχνοντας ένα σημείο χωρίς κόσμο, χωρίς φασαρία, απλά για να κάτσει και να κάνει ένα πουράκι, προσπαθώντας να ηρεμήσει, μόνος!

~ 28/12 ~

Η Αλέξια ξύπνησε στην αγκαλιά του Μπομπ. Ήταν χωρίς ρούχα και οι δύο. Μόλις το κατάλαβαν, ταράχτηκαν! «Τι έγινε, τι κάναμε;» απόρησαν και οι δύο. Την ξύλινη πόρτα χτύπησε ο Τζακ.

Τζακ: Να μπω;

Μπομπ: Περίμενε.

Ντύθηκε και βγήκε έξω.

Μπομπ: Καλύτερα μην μπεις… Δεν ήμουν μόνος.

Η φωνή του άρχισε να κομπιάζει.

Μπομπ: Μάλλον όταν φύγατε όλοι… θυμάμαι φυσικά τι έγινε, απλά δεν θυμάμαι πως βρεθήκαμε εκεί μέσα οι δυο μας!

Τζακ: Ξέρω εγώ! Ο Μπρους ήταν στο ραντεβού του, όπου να είναι θα έρθει λογικά.

Έκανε μία τζούρα από το πουράκι του και συνέχισε.

Τζακ: Η Ζοζέφ δεν είχε έρθει εχτές, η Ρίνα έφυγε να πάρει άλλο μπουφάν και δεν γύρισε τελικά. Μάλλον κοιμήθηκε, άρα; Μείνατε μόνοι σας. Εγώ έκανα βόλτες… Ξέρεις εσύ!

Αλέξια: Καλημέρα Τζακ, τι κάνεις;

~

Ο Μπρους , μόλις γύρισε στην καλύβα, ενημέρωσε τους φίλους του πως και αυτό το βράδυ θα έμενε με την Νόμπη. Οι δυο παρέες μαζεύτηκαν όλοι μαζί στην καλύβα των αγοριών, για ακόμη μία φορά!

Έμοιαζαν σαν να έκαναν χρόνια παρέα όλοι μαζί, από παιδιά. Έκαναν αστεία, μιλούσαν και σοβαρά, αλλά ότι και αν έκαναν, ταίριαζαν χωρίς κανέναν κόπο! Μόνο ο Μπομπ ήταν καμιά φορά εκτός θέματος και φυσικά η Ζοζέφ, που όσο και αν ένιωθε καλύτερα, δεν έπαυε να ταξιδεύει το μυαλό της στον γοητευτικό μπάρμαν που την είχε γελάσει έτσι! Αυτές οι σκέψεις την εμπόδιζαν να αφεθεί στην παρέα της!

Η Νόμπη για άλλη μία ημέρα βρισκόταν στην δουλειά της. Ο Στούι, αν και δεν το συνήθιζε, πήγε για μεσημεριανό στο εστιατόριο.

Νόμπη: Πως από εδώ;

Στούι: Μόνο εσύ θα κάνεις εκπλήξεις;

Έπειτα από την παραγγελία του, η Νόμπη, που είχε κενό εκείνη την ώρα, έκατσε μαζί του.

Στούι: Σε βρίσκω κάπως πιο… γλυκιά;

Νόμπη: Γλυκιά; Δεν το νομίζω!

Στούι: Έλα τώρα… Εγώ σε έχω μάθει ένα χρόνο τώρα! Εσύ ποτέ δεν έκανες χιούμορ έτσι και μάλιστα σε εμένα! Ούτε είχες αυτό το χαμογελάκι που προσπαθείς να κρύψεις!

Η Νόμπη δεν κατάφερε να κρύψει άλλο την χαρά που ένιωθε μέσα της! Αυτή τη χαρά που ο Μπρους κατάφερε να της δώσει.

Στούι: Πάντα ξινή ήσουν!

Νόμπη: Εγώ φταίω που κάθομαι και σε ακούω!

Σηκώθηκε νευριασμένη και γύρισε στην δουλειά της! Ο Στούι από την μεριά του βέβαια, το είχε ευχαριστηθεί! Πάντα του άρεσε να την νευριάζει!

~

Η Ζοζέφ, ήταν ήρεμη, αλλά είχε χάσει για πρώτη φορά στην ζωή της το χαμόγελό της και την τρέλα της! Όλοι κατάλαβαν τι συνέβη, αφού είχαν δει όλο το σκηνικό με το ραβασάκι. Κανένας όμως δεν ρώτησε.

Καθώς οι ώρες περνούσαν, με γέλια και αστεία, ήρθε το απόγευμα. Η Νόμπη ήρθε στην παρέα των παιδιών, ψάχνοντας τον Μπρους.

Νόμπη: Καλησπέρα σας, ο Μπρους;

Μπρους: Νόμπη; Κάθισε! Να σου γνωρίσω…

Είχε αργήσει αρκετά να τους γνωρίσει! Είχε έρθει η ώρα να βρει και εκείνη μία παρέα.  Ίσως ήταν η πρώτη φορά στην ζωή της, από όταν έχασε τους γονείς της, που ένιωθε χαρούμενη, ελεύθερη, χωρίς να φοβάται να μιλήσει, να κάνει αστεία και να δεχτεί φυσικά αστεία! Κάποια στιγμή θυμήθηκε ότι η Ζοζέφ είχε περάσει από μπροστά της στο ξενοδοχείο προσωπικού την προηγούμενη ημέρα.

Νόμπη: Ζοζέφ; Έτσι δεν σε είπαμε;

Ζοζέφ: Ναι, έτσι.

Νόμπη: Σε έχω ξανά δει… εκεί που μένω. Ξέρεις κάποιον από το προσωπικό;

Ζοζέφ: Δυστυχώς ναι!

Ρίνα: Τον Μπάρμαν… Φρέσκα πράγματα.

Νόμπη: Μάλιστα, για αυτό το δυστυχώς!

Ήταν ξεκάθαρο το νόημα της απάντησής της! «Ο Στούι πάντα έτσι φερόταν στις γυναίκες! Ήταν ο τύπος του άντρα που του άρεσε να παίζει.» Η μόνη γυναίκα που δεν είχε αγγίξει, ήταν η Νόμπη και αυτό γιατί η ίδια δεν του είχε επιτρέψει, ούτε να την κοιτάξει πονηρά! Από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε, του έδωσε το μήνυμα πως αν την άγγιζε θα την έχανε και από συγκάτοικο, αλλά και από φίλη. Ίσως ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που πραγματικά σεβάστηκε ο Στούι, όσο και αν την πείραζε με τα αστεία του! «Δεν ήταν κακός όμως. Με τις γυναίκες ήταν ο χειρότερος που θα μπορούσαν να ερωτευτούν, όμως ήταν καλός άνθρωπος, καλός φίλος. Μπορούσες να του εμπιστευτείς οτιδήποτε! Ακόμα και όταν έκανε αστεία, στην πραγματικότητα σε άκουγε προσεκτικά.»

Η φωνή του Μπομπ διέκοψε τις σκέψεις της. Τις σκέψεις σχετικά με τον φίλο της, που έκανε κάθε φορά που άκουγε από κάποια πως την κορόιδεψε!

Μπομπ: Νόμπη, λύσε μου μία απορία…

Νόμπη: Πες μου.

Μπομπ: Αφού από ότι βλέπω σήμερα είσαι πολύ ευχάριστη στην παρέα, γιατί κόντεψες να με δείρεις όταν ήρθα για φαγητό;

Οι περισσότεροι γέλασαν με την ερώτησή του, στην σκέψη ότι πάντα έκανε γκάφες όταν μιλούσε σε γυναίκα. Ακόμη και αν δεν είχε σκοπό να της την πέσει! Η Νόμπη όμως δεν γέλασε. Θυμήθηκε την φράση του Στούι «Πάντα ξινή ήσουν». Όσο και αν δεν το είχε πει σοβαρά, η ίδια γνώριζε πόσο αλήθεια ήταν! Γνώριζε πολύ καλά, πόσο άσχημα είχε φερθεί σε ανθρώπους, που ήθελαν απλά να της μιλήσουν και όχι να την ενοχλήσουν. Το χαμόγελο έφυγε για μια στιγμή από το πρόσωπό της.

Νόμπη: Ξέρεις, δεν έφταιγες εσύ. Απλά πολλές φορές δεν έχω υπομονή και δεν φέρομαι σωστά. Παιδιά και σε εσάς το λέω αυτό. Αν καμιά φορά σας μιλήσω άσχημα, μην το πάρετε προσωπικά και κάντε κάτι. Δεν ξέρω τι, βρίστε με, φωνάξτε μου, αλλά μην με αφήσετε να το συνεχίσω!

Μπρους: Είσαι καλά; Δεν σε βλέπω καλά! Πάμε μία βόλτα, σήκω.

Ο Μπρους και η Νόμπη απομακρύνθηκαν από την πλέον μία παρέα που είχαν και πήγαν στην καλύβα που είχαν κλείσει από το προηγούμενο βράδυ. Μπήκανε και κάτσανε στον μεγάλο ξύλινο καναπέ, με τις μαξιλάρες.

Μπρους: Τι έπαθες; Μέχρι εχτές ήσουν ένας άλλος άνθρωπος! Δεν μιλούσες πολύ, δεν γελούσες καν και δεν μπορούσα να καταλάβω τι σκέφτεσαι. Ξαφνικά σήμερα μοιάζεις σαν να ξεθάφτηκε κάποιο πρόβλημά σου. Αλλά δεν καταλαβαίνω πιο είναι αυτό!

Νόμπη: Ακριβώς επειδή δεν ήθελα να βρεθώ στην θέση να απορούν μαζί μου, ή να με λυπούνται ήμουν αυτή που έβλεπες μέχρι εχτές βράδυ! Και δεν άλλαξα τώρα, απλά σταμάτησα να αμύνομαι!

Μπρους: Ηρέμησε, δεν στο είπα για κακό, ίσα, ίσα που είναι καλό, πρέπει να το βγάλεις από μέσα σου ότι και αν είναι αυτό. Δεν σου λέει κανείς να πάρεις ένα μεγάφωνο και να αρχίσεις να λες τον πόνο σου. Πες το σε έναν. Σε εμένα, ή σε κάποιον δικό σου άνθρωπο, στον μπάρμαν που κάνεις παρέα, όπου θες!

Νόμπη: Μπρους! Σε κανέναν, σε κανέναν δεν θέλω να το πω. Θες να μάθεις; Πάρε μία εφημερίδα…

Η συζήτηση δεν πήγε τόσο καλά. Το μόνο σίγουρο ήταν, πως η Νόμπη ήθελε να μάθει ο Μπρους, απλά δεν μπορούσε η ίδια να πει τι ήταν αυτό που την πονούσε! Ακριβώς επειδή ακόμη δεν είχε αποδεχτεί ότι συνέβη, μετά από τόσα χρόνια που είχαν περάσει! Ο Μπρους όμως δεν είχε σκοπό να την αφήσει να καταρρεύσει!

~

Αλέξια: Παιδάκια τι θα γίνει σήμερα; Έτσι θα την βγάλουμε;

Ρίνα: Εγώ πάω να χτενιστώ λίγο, θα έρθω σε λίγο.

Τζακ: Η αλήθεια είναι ότι έχει πολλή ησυχία. Τι έγινε; Μόνο την ημέρα των Χριστουγέννων και τα βράδια στο μπαρ έχει κόσμο;

Μπομπ: Όχι, εχτές που περπατούσαμε με την Αλέξια, είδαμε κόσμο. Απλά οι περισσότεροι είναι οικογένειες και μένουν όλοι μαζί στις καλύβες, ή πάνε στο ξενοδοχείο στην είσοδο της Φορεστιάδας στο εστιατόριο και στην εσωτερική πισίνα.

Αλέξια: Είδαμε και μερικούς που φαίνεται μένουν στο ξενοδοχείο, γιατί δεν έμοιαζαν για τύπους που θα έμεναν μέσα στο δάσος βράδυ! Εδώ η άλλη μου βγήκε περίπατο με το τακούνι μέσα στα χώματα!

Ρίνα: Τι έγινε τι έχασα;

Μπομπ: Πότε πρόλαβες εσύ να γυρίσεις;

Ρίνα: Εε, βρήκα ένα μονοπάτι μέσα από τα χόρτα και έκοψα δρόμο.

Αλέξια: Εσύ; Εσύ δεν πατάς καλά, καλά στο χώμα μόνο ψάχνεις πέτρες μην λερώσεις τα παπούτσια σου…

Ρίνα: Είσαι υπερβολική, εξάλλου αν ήταν έτσι δεν θα ερχόμουν εδώ για διακοπές!

Τζακ: Θα δούμε ΚΑΙ μαλλιοτράβηγμα εδώ πέρα! Αυτές είναι διακοπές!

~

Ο Στούι είχε περάσει όλη του την ημέρα στην πισίνα και μόλις που είχε βρει την τέλεια γυναίκα για να συνεχίσει το απόγευμά του! Της πρότεινε να πάνε στο δωμάτιό του, αφού ήδη γνώριζε πως η Νόμπη θα έλειπε μέχρι το επόμενο πρωί. Εννοείται πως ένα πράγμα είχε στο μυαλό του μόνο να κάνει! Να περάσει καλά για άλλη μία φορά και τίποτα παραπάνω!

Και κάπως έτσι οι ώρες περνούσαν και το βράδυ είχε κάνει την άφιξή του. Η παρέα είχε πάρει σουβλάκια και είχε αρχίσει τα παιχνίδια, με λίγη βοήθεια από ένα επιτραπέζιο.

Αλέξια: Λοιπόν, γράφει «Βρες από απέναντί σου το πιο κοντινό άτομο αντίθετου φίλου και φίλησέ το για 10’’». Μάλιστα Τζακ! Να σε δούμε…

Τζακ: Κανένα πρόβλημα! Ποια… Ρίνα;

Μπομπ: Ναι! Η Ρίνα είναι!

Είχε πέσει στην δύσκολη περίπτωση. Η Ρίνα σπάνια κοίταζε άντρα! Ο Τζακ βέβαια ήταν του γούστου της, αλλά τον είχε πάρει με κακό μάτι, εξαιτίας του όπλου του! Παρόλα αυτά…

Ρίνα: Αν αυτός λέει ναι, εγώ τι μπορώ να πω; Δεν είναι η σειρά μου…

Ο Τζακ και η Ρίνα σηκώθηκαν από τις θέσεις τους. Ο Τζακ την έπιασε τρυφερά από τον λαιμό και την φίλησε. Εκείνη η στιγμή, σαν να κράτησε πολύ περισσότερο από όσο φάνηκε. Η Ρίνα ανατρίχιασε ολόκληρη, ενώ ο Τζακ είχε πολύ καιρό να αγγίξει τρυφερά κοπέλα. Τα τελευταία 3 χρόνια σχεδόν δεν σήκωνε το βλέμμα του σε γυναίκα, παρόλο που συνήθιζε να το παίζει χαλαρός!

Αλέξια: Ωραία. Σειρά της Ζοζέφ να τραβήξει κάρτα.

Ζοζέφ: Παιδιά, συγνώμη αλλά νομίζω έφαγα πολύ και δεν νιώθω καλά. Συνεχίστε εσείς, θα γυρίσω αργότερα.

Η Ζοζέφ τους άφησε στην καλύβα των αγοριών και έφυγε για την καλύβα που έμενε, για να ξαπλώσει. Εκείνη όμως είχε άλλα σχέδια. Πίστευε πως άξιζε μία ακόμη προσπάθεια να προσεγγίσει τον Στούι. Που να φανταζόταν τι θα συναντούσε όμως!

Ο καιρός είχε αρχίσει να χαλάει. Σύννεφα άρχιζαν να εμποδίζουν την θέα του φεγγαριού και των αστεριών. Ο ήχος από το απαλό αεράκι όλο και αυξανόταν.  

Ο Στούι, μόλις που αποχαιρετούσε την γυναίκα που του έκανε συντροφιά και έμπαινε στο δωμάτιό του πάλι. Η Ζοζέφ βρισκόταν ήδη εκεί. Ακριβώς μπροστά από την πόρτα του. Ίσα που είχε προλάβει να κρυφτεί μην την δει η άλλη γυναίκα.

~

Ο Μπρους και η Νόμπη είχαν ήδη αφήσει την παρέα, ώστε να πάνε στην καλύβα τους. Οι υπόλοιποι έμειναν να συνεχίσουν με μπύρες την βραδιά τους! Μόνο ο Τζακ δεν είχε όρεξη να συνεχίσει. Τον είχε πιάσει ανησυχία. Ένιωθε πως δεν θα ήταν καλά για πολύ ακόμη. Οι εφιάλτες που απέφευγε με το να μην κοιμάται είχαν αρχίσει να τον στοιχειώνουν όταν ήταν ξύπνιος. Κάθε βράδυ σχεδόν τώρα!

Τζακ: Εγώ πάω να περπατήσω λίγο. Δεν θα αργήσω.

Ρίνα: Τζακ! Περίμενε…

Τζακ: Τι θες;

Ρίνα: Θα έρθω μαζί σου.

Τζακ: Μαζί μου;

Ο Μπομπ που ήξερε τον Τζακ καιρό και γνώριζε γιατί έφευγε κάθε βράδυ, είχε κοκαλώσει! Τι θα έκανε ο Τζακ τώρα; Αυτός ήθελε να μείνει μόνος του, πως θα το έλεγε στην Ρίνα χωρίς να παρεξηγηθεί. Δεν ήξερε τίποτα! Ο Τζακ, σε αντίθεση του τι ήταν αναμενόμενο να κάνει, δέχτηκε να πάει μαζί του η Ρίνα. Ποιος ήξερε; Ίσως να ήταν η πρώτη φορά, που δεν χρειαζόταν τόσο να μείνει εντελώς μόνος του.

Καθώς περπατούσαν ανάμεσα στα δρομάκια του δάσους, ο Τζακ έκανε απότομη στροφή προς την Ρίνα, με αποτέλεσμα να την τρομάξει αρκετά, ώστε να της κοπεί η ανάσα.

Ρίνα: Τι έγινε; Με τρόμαξες!

Τζακ: Κοίτα, θα στα πω με δυο λόγια, μην αρχίσεις τις ερωτήσεις εντάξει;

Ρίνα: Ναι.

Τζακ: Πριν τρία χρόνια έχασα την αδερφή μου μπροστά στα μάτια μου… Οι φωνές της μάνας μου έχουν ριζώσει στα αυτιά μου, δεν μπορώ να κοιμηθώ από τους εφιάλτες. Έχω να κλείσω τα μάτια μου δύο χρόνια τώρα! Για αυτό με βλέπεις έτσι παράξενο… Για αυτό φεύγω κάθε βράδυ. Δεν θέλω να σας προκαλώ ένταση επειδή εγώ δεν κοιμάμαι. Τα τελευταία βράδια όμως, ακόμη και αν είμαι ξύπνιος την ακούω. Ακούω τον κρότο του όπλου και έπειτα τις φωνές της! Δεν αντέχω άλλο το καταλαβαίνεις; Ήταν 7  χρονών μόνο! Μόνο 7!

Η Ρίνα τρόμαξε στην αρχή με την ένταση που της τα έλεγε, αλλά μέσα στις τελευταίες τους λέξεις ξέσπασε σε κλάματα και αυθόρμητα έπεσε στην αγκαλιά της! Η Ρίνα, που το μόνο που ήξερε από άσχημο συναίσθημα, ήταν η καταπίεση των γονιών της να κάνει κάποια δραστηριότητα κάθε ώρα της ημέρας, ήταν αυτή που έπρεπε να καταλάβει τον βαθύ πόνο του Τζακ! Ήταν εκείνη την οποία διάλεξε ο Τζακ, ή ίσως απλά τα γεγονότα, ώστε να της ανοιχτεί και να ξεσπάσει!

Έκατσαν σε έναν μεγάλο βράχο που βρισκόταν δίπλα τους, ενώ ο Τζακ μόλις που είχε αρχίσει να ηρεμεί. Κάθονταν δίπλα δίπλα, χωρίς να αγγίζουν ο ένας τον άλλο. Τα βλέμματά τους όμως είχαν την απόλυτη επαφή! Ο πόνος στα μάτια του είχε ενωθεί με την γαλήνη που υπήρχε στα δικά της και κάπως έτσι, του μετέφερε την γαλήνη της και τον ηρέμησε! Τα πρόσωπά τους πλησίασαν, ακολουθώντας τα βλέμματά τους και τα χείλη άγγιξαν του ενός του άλλου! Δεν ήταν το ρομαντικό φιλί, ούτε το χαρούμενο φιλί που ίσως να ζητούσαν. Ήταν όμως ίσως και το πιο αληθινό φιλί που είχαν ζήσει, είχαν ακούσει, ή είχαν δει σε κάποια ταινία! Ήταν από μέσα τους, από την ψυχή!

~

Ο Μπρους και η Νόμπη είχαν πλέον αποκοιμηθεί, αγκαλιά, μέσα στα ζεστά σκεπάσματα με τον χαμηλό φωτισμό μιας μικρής λάμπας.

Ο Τζακ και η Ρίνα είχαν αφεθεί ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, χωρίς να υπολογίσουν τον χώρο που βρίσκονταν, ούτε το αφόρητο κρύο! Η Αλέξια και ο Μπομπ ετοιμάζονταν να πάνε για ένα ποτό. Η Αλέξια είχε φροντίσει να έχει μαζί της ότι χρειαστεί για να μην πηγαίνει πάλι πίσω στην καλύβα που είχε κλείσει με τα κορίτσια.

Ο καιρός είχε χαλάσει πολύ όμως. Οι ψιχάλες άρχισαν να παγώνουν και η βροχή μεταμορφώθηκε σε χιόνι! Το κρύο άρχισε να διαπερνάει τα ρούχα και να φτάνει ως τα κόκαλα για όσους ήταν έξω από τις ζεστές καλύβες και τα δωμάτια! Ο Τζακ και η Ρίνα είχαν κουλουριαστεί κολλημένοι ο ένας με τον άλλο και είχαν ξεκινήσει για τον γυρισμό στις καλύβες τους. Υπήρχε όμως ένα βασικό πρόβλημα. Βρίσκονταν στο τέρμα του δάσους! Κοντά στο ξενοδοχείο προσωπικού. Δεν υπήρχε περίπτωση να φτάσουν γρήγορα στις καλύβες, ούτε μπορούσαν να μην βραχούν!

Ρίνα: Τι θα κάνουμε; Κάνει κρύο και το χώμα έχει γίνει λάσπη! Δεν βλέπω καν τις πέτρες που υπήρχαν αντί για μονοπάτι…

Τζακ: Ηρέμησε, πάμε από εδώ, να μπούμε στο ξενοδοχείο προσωπικού να μην κρυώνουμε.

Ο Τζακ και η Ρίνα ήταν δυο βήματα πριν φτάσουν στο ξενοδοχείο. Έτσι είδαν τον Στούι που επέστρεφε στο ξενοδοχείο.

Ρίνα: Περίμενε, μην μας δει και δεν μπορέσουμε να μπούμε.

Τζακ: Αστειεύεσαι; Ίσα, ίσα θα του ζητήσουμε να μας βοηθ… Μισό λεπτό!

Ρίνα: Τι έπαθες;

Τζακ: Κάνε ησυχία! Κοίτα τον… Είναι γεμάτος λάσπες… Τι έκανε άραγε τέτοια ώρα έξω…

Ρίνα: Αυτός δεν θα έπρεπε κανονικά να ετοιμάζεται για το μπαρ τώρα;

Ο Στούι ήταν φανερά ανήσυχος! Ήταν ξεκάθαρο ότι κάτι είχε συμβεί. Ο Τζακ και η Ρίνα περίμεναν να μπει και έπειτα μπήκαν στο ξενοδοχείο και κρύφτηκαν σε μια γωνιά, ώστε να μην τους δει φεύγοντας, αλλά και να μην βραχούν άλλο.

Ο Στούι μετά από 10 λεπτά κατέβηκε έτοιμος για το μπαρ και βιαστικός. Πέρασε από μπροστά τους, αλλά δεν τους είδε. Όταν τον είδαν να έχει απομακρυνθεί βγήκαν από την κρυψώνα τους και έκατσαν στις σκάλες.

~

Η Αλέξια και ο Μπομπ, μόλις λίγα λεπτά μετά από τον Στούι, έφτασαν στο μπαρ.

Μπομπ: Μα ο Τζακ και η Αλέξια δεν άργησαν;

Αλέξια: Δεν είπαν κάτι ότι θα γυρνούσαν νωρίς…

Μπομπ: Ναι, αλλά ο Τζακ συνήθως περπατάει μόνος του και έχει και κακοκαιρία για να είσαι έξω. Είδες πόσο δύσκολα ήρθαμε εδώ! Ευτυχώς που είναι κοντά οι καλύβες μας…

Αλέξια: Κάτσε, θα πάρω τηλέφωνο την Ρίνα, τώρα που είναι νωρίς και δεν έχει εδώ φασαρία.

~

Ρίνα: Έλα.

Αλέξια: Έλα, γιατί μιλάς σιγά;

Ρίνα: Άστα… Έπιασε κακοκαιρία και ήμασταν κοντά στο ξενοδοχείο προσωπικού και μπήκαμε εδώ κρυφά και κάτσαμε στις σκάλες.

Αλέξια: Που; Και γιατί δεν πήρατε ένα τηλέφωνο να ειδοποιήσουμε κάποιον υπεύθυνο;

Ρίνα: Δεν υπάρχει καν δρόμος να περνάει όχημα, όποιον και αν έπαιρνες…

Αλέξια: Καλά και τι θα κάνετε; Εκεί θα μείνετε;

 ~

Τζακ: Η Αλέξια είναι;

Ρίνα: Ναι.

Τζακ: Δώστην μου! — Η Ζοζέφ είναι καλύτερα; Ήρθε τελικά για ποτό;

Αλέξια: Η Ζοζέφ είχε πάει να κοιμηθεί, δεν πήγα να την ενοχλήσω, δεν ήταν πολύ καλά.

Τζακ: Καλά, σε κλείνω κάποιος έρχεται.

Η ώρα είχε περάσει και η κακοκαιρία είχε σταματήσει. Ο Τζακ και η Ρίνα βγήκαν από το ξενοδοχείο και κατευθύνθηκαν προς τις καλύβες.

Τζακ: Θα σε αφήσω στην καλύβα σας και μετά θα πάω στην δική μας.

Ρίνα: Θα κάνεις παραπάνω δρόμο έτσι και κάνει κρύο.

Τζακ: Δεν πειράζει, είναι αργά για να πας μόνη σου!

Η Αλέξια και ο Μπομπ είχαν πιει αρκετά και είχαν χάσει την αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Χόρευαν και έμοιαζε σαν να μην βρισκόταν κανένας γύρω τους. Μόνο κάποιες στιγμές η Αλέξια έμοιαζε να αποσυντονίζεται. Έτρεχε το μυαλό της στην καλύβα, στην Ζοζέφ. «Μήπως έπρεπε να πάει να δει αν ήταν καλύτερα πριν βγούνε; Από την άλλη όμως χρειαζόταν να μείνει λίγο μόνη.» Έπειτα επανερχόταν στον χορό το μυαλό της!

~

Η Νόμπη είχε ανήσυχο ύπνο. Έκανε σβούρες συνέχεια και κάποιες φορές παραμιλούσε, με αποτέλεσμα ο Μπρους να έχει ξυπνήσει. Την κρατούσε στην αγκαλιά του, προσπαθώντας να την βοηθήσει να ηρεμήσει. Εκείνη όμως είχε πολύ έντονο εφιάλτη! Έβλεπε πως ήταν μαζεμένη όλη η παρέα, εκτός 2 άτομα, αλλά δεν μπορούσε να δει ποιοι έλειπαν ούτε τον λόγο που έλειπαν! Το κλίμα ήταν πολύ βαρύ, ο καιρός άσχημος και υπήρχε η μορφή κάποιου στο βάθος, μα δεν φαινόταν ποιος ήταν. Ένιωθε όμως ότι δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Μετά έβλεπε τον εαυτό της να τρέχει μέσα στο δάσος λαχανιασμένη και τρομερά τρομαγμένη! Σε εκείνο το σημείο ξύπνησε και πετάχτηκε πάνω!

Ο Μπρους τρόμαξε βλέποντας την έκφρασή της, αλλά και τα δάκρυα που γέμιζαν το πρόσωπό της!

~

Ο Τζακ και η Ρίνα έφτασαν στην καλύβα. Η Ρίνα άνοιξε την πόρτα χαιρετώντας τον.

Τζακ: Καληνύχτα όμορφη!

Ρίνα: Καληνύχτα!

~

Το επόμενο πρωί, όλα θα ήταν διαφορετικά. Κανένας δεν θα ήταν ίδιος με πριν!

~ 29/12 ~

Ο Μπρους επέστρεψε το κλειδί της καλύβας στον υπεύθυνο, στο ξενοδοχείο στην είσοδο της Φορεστιάδας. Την ίδια ώρα, η Νόμπη έφτανε στο δωμάτιό της να αφήσει τα πράγματά της, πριν πάει στην δουλειά της. Η Αλέξια και η Ρίνα κοιμόντουσαν, όπως και ο Μπομπ στην δική του καλύβα. Ο Τζακ καθόταν σε ένα κούτσουρο έξω από την καλύβα και κάπνιζε ένα πουράκι, σκεπτόμενος το προηγούμενο βράδυ, με την Ρίνα  πρωταγωνίστρια στις σκέψεις του!

Η Νόμπη μπήκε στο δωμάτιό της και άφησε τα πράγματά της βιαστική. Καθώς έκανε περιστροφή ώστε να πάει στην δουλειά της, παρατήρησε ότι υπήρχε ένας χαμός μέσα στο δωμάτιο. Ήταν ολοφάνερο ότι ο Στούι, που κοιμόταν, το προηγούμενο βράδυ είχε φέρει για άλλη μία φορά παρέα! «Μια φορά δεν μπορεί να τακτοποιήσει!» Σκέφτηκε και έφυγε.

~

Μπρους: Καλημέρα.

Τζακ: Καλημέρα, τι γίνεται;

Μπρους: Καλά, εσύ; Ο Μπομπ;

Τζακ: Το ξενυχτίσανε φαίνεται και κοιμάται ακόμη.

Μπρους: Μια χαρά.  Τα κορίτσια;

Τζακ: Την Ρίνα την άφησα στην καλύβα εχτές να κοιμηθεί.

~

Η Ρίνα ξύπνησε και βρήκε μόνο την Αλέξια να κοιμάται μαζί της. Σηκώθηκε και κοίταξε αν η Ζοζέφ είχε βγει να κάτσει έξω, αλλά δεν ήταν πουθενά.

Ρίνα: Αλέξια, ξύπνα!

Αλέξια: Τι είναι; Άσε με λίγο ακόμα…

Ρίνα: Αλέξια τελείωνε! Η Ζοζέφ δεν είναι εδώ!

Αλέξια: Εε θα έχει πάει στα αγόρια…

Ρίνα: Σωστά…

Αλέξια: Όπα!

Η Αλέξια πετάχτηκε πάνω, σαν ελατήριο!

Αλέξια: Δεν κοιμήθηκε εδώ! Και ο Στούι ήταν κανονικά στο μπαρ εχτές, άρα δεν πήγε εκεί.

Ρίνα: Τι θες να πεις; Δεν ήρθε σε εσάς μετά που μιλήσαμε;

Αλέξια: Όχι…

Οι δυο κοπέλες ντύθηκαν και πήγαν σχεδόν τρέχοντας στην καλύβα των αγοριών. Ο Μπομπ μόλις που είχε σηκωθεί και είχε κάτσει και εκείνος έξω.

Αλέξια: Είδατε την Ζοζέφ;

Τζακ: Όχι, γιατί;

Ρίνα: Εχτές που με άφησες στην καλύβα δεν ήταν εκεί, που είχε πει θα κοιμόταν και από ότι λέει η Αλέξια ούτε στο μπαρ ήταν μαζί τους, μετά που μιλήσαμε!

~

Η Νόμπη είχε πιάσει δουλειά και έτρεχε λόγο του πολύ κόσμου. Η μία παραγγελία ερχόταν μετά την άλλη. Ο Μπρους μπήκε κάποια στιγμή μέσα και έπειτα έφυγε βιαστικός, χωρίς να της μιλήσει. «Τι έγινε και ήρθε και δεν μου μίλησε; Παράξενο» Σκέφτηκε, αλλά δεν είχε ούτε τον χρόνο να παρεξηγηθεί, αλλά ούτε και να σκεφτεί!

~

Η Αλέξια πήγε και ρώτησε μήπως η Ζοζέφ είχε εξοφλήσει τα έξοδά της και είχε φύγει. Όλα ήταν πιθανά, εφόσον δεν ένιωθε καλά μετά από ότι είχε συμβεί με τον Στούι. Την βεβαίωσαν όμως πως δεν είχε φανεί!

Ο Μπομπ, ο Μπρους, ο Τζακ και η Ρίνα, έψαχναν όλο το δάσος μήπως την βρουν κάπου, αλλά μάταια!

~

Έφτασε μεσημέρι και αφού είχαν γυρίσει όλο το δάσος μαζεύτηκαν στην καλύβα των αγοριών.

Μπομπ: Πήγατε ξανά στην καλύβα μήπως γύρισε;

Αλέξια: Δέκα φορές!

Ρίνα: Ήταν καλά εχτές ρε γ***το! Ήταν πολύ καλύτερα… Δεν μπορώ να καταλάβω τι έγινε και έφυγε!

Αλέξια: Μα δεν έφυγε! Ρώτησα!

Μπρους: Και τι έγινε; Εξαφανίστηκε;

Τζακ: Έτσι φαίνεται…

Νόμπη: Καλησπέρα σας!

Στην άφιξη της Νόμπη, όλοι έμειναν κόκαλο. Κανένας δεν μιλούσε. Κανένας δεν χαμογέλασε, δεν χαιρέτησε, δεν κοίταξε!

Νόμπη: Τι συμβαίνει;

Μπρους: Δεν ξέρουμε που είναι η Ζοζέφ.

Νόμπη: Τι εννοείς;

Ρίνα: Έχουμε να την δούμε από εχτές βράδυ, όταν είπε πως θα κοιμόταν!

Νόμπη: Ε και γιατί δεν την πήρατε ένα τηλέφωνο;

Αλέξια: Την έχω πάρει αμέτρητες φορές και δεν απαντάει!

Ρίνα: Μισό λεπτό να ξανά πάρω…

Νόμπη: Για αυτό ήρθες έτσι εσύ πριν;

Μπρους: Ναι. Δεν εξηγείται όμως… Δεν την είδαν καν που ρώτησε η Ρίνα αν έφυγε. Και έτσι να έφευγε, χωρίς καν να πληρώσει, από εκεί θα περνούσε! Άρα;

Ρίνα: Κλειστό το έχει!

Αλέξια: Κλειστό; Ποτέ δεν το έχει κλειστό!

Νόμπη: Παιδιά ηρεμήστε! Αφήστε την, από όσο κατάλαβα κάτι της συνέβη με τον Στούι και δεν ήταν καλά. Ίσως ήθελε να μείνει λίγο μόνη.

Τζακ: Ψάξαμε όλο το δάσος και δεν είναι πουθενά!

Δεν είχαν άλλη επιλογή, από το να ειδοποιήσουν τους υπεύθυνους πως η Ζοζέφ είχε εξαφανιστεί. Δεν μπορούσαν όμως να κάνουν τίποτα άλλο από το να περιμένουν για νέα της από αυτούς!

Οι ώρες πέρναγαν τόσο αργά, σαν αιωνιότητα. Είχαν κάτσει όλοι μαζί γύρω από τον κορμό – τραπεζάκι και προσπαθούσαν να βρουν αν είχαν ξεχάσει κάτι, κάποιο μέρος, κάποια πιθανότητα. Ωστόσο, έφτασε το βράδυ και η Νόμπη τους άφησε, έτσι ώστε να κοιμηθεί γιατί δούλευε νωρίς.

~

Ο Στούι ήταν σχεδόν έτοιμος για το μπαρ. Άθελά του, έφερε στο μυαλό του μία εικόνα από το προηγούμενο βράδυ. Είχε δει τον Τζακ κρυμμένο κοντά στις σκάλες, καθώς έφευγε για το μπαρ. Δεν είχε σταματήσει να δει πως βρέθηκε εκεί, γιατί θα αργούσε στην δουλειά του. Τώρα όμως το θυμόταν και απορούσε! Τι να ήθελε εκεί;

Η Νόμπη, μπαίνοντας στο δωμάτιο έπεσε επάνω στον Στούι, που έφευγε για το μπαρ.

Νόμπη: Συγνώμη! Καλά είσαι;

Στούι: Ναι, ναι…

Νόμπη: Ει, περίμενε! Που πας;

Στούι: Πότε σου έδωσα λογαριασμό να σου δώσω τώρα;

Νόμπη: Καλά μη βαράς! Ρώτησα… συνήθως τέτοια ώρα ετοιμάζεσαι για την δουλειά!

Στούι: Ναι, έτοιμος είμαι, οπότε πάω νωρίτερα.

Νόμπη: Μάλιστα. Αα, έλα να σου πω. Μήπως είδες την Ζοζέφ;

Στούι: Ορίστε; Ποια Ζοζέφ;

Νόμπη: Εκείνη την κοπέλα, που κάτι παίχτηκε πριν 2-3 μέρες…

Στούι: Όχι, με ξέρεις να κρατάω πολλές φορές επαφή για πάνω από μία ημέρα με τις γκόμενες;

Ο Στούι έφυγε και η Νόμπη έμεινε να κοιτάζει την πόρτα που έκλεισε πίσω του. «Αυτός τώρα τι έπαθε;» Αναρωτήθηκε. «Τέλος πάντων…» Μονολόγησε και πήγε να αλλάξει ρούχα να κοιμηθεί.

~

Η παρέα είχε πέσει σε πολύ βαρύ κλίμα. Κανένας δεν μιλούσε. Μόνο η Ρίνα κάπου, κάπου μονολογούσε χαμηλόφωνα. Ο Τζακ σηκώθηκε σβήνοντας το πουράκι του.

Ρίνα: Που πας εσύ;

Τζακ: Μια βόλτα…

Ρίνα: Έρχομαι μαζί σου!

Τζακ: Όχι, θέλω να μείνω μόνος!

Ο Τζακ έφυγε σαν να είχε φλόγες στα πόδια του και εξαφανίστηκε μέσα στο δάσος.

Μπομπ: Αλέξια, πάμε να περπατήσουμε;

Αλέξια: Ναι, πάμε. Δεν μπορώ να κάθομαι έτσι…

~

Η Ρίνα έπιασε το τηλέφωνό της και πήρε την αδερφή της Ζοζέφ.

Ρίνα: Έλα, τι κάνεις; — Έλα να σου πω… Καταρχάς μίλησες καθόλου με την Ζοζέφ αυτές τις μέρες; — Μάλιστα… δεν σου είπε τίποτα ότι θα έφευγε ή κάτι – Δεν την έχουμε δει από εχτές βράδυ και – Εσύ τι λες; Πεντακόσια τηλέφωνα την έχουμε πάρει, έχουμε γυρίσει όλο το δάσος – Ναι, πες τους το, πες τους ότι έχουμε μιλήσει στους υπεύθυνους αν την δούνε και έχουν βάλει και να ελέγξουν τις κάμερες και – Καλά θα σε πάρω αν μάθω κάτι έλα γεια.

Μπρους: Τι έγινε;

Ρίνα: Έχει να της μιλήσει από εχτές το μεσημέρι. Θα ειδοποιήσει τους δικούς της… Τι θα κάνουμε; Αν έχει πάθει κάτι;

~

Η Νόμπη δεν μπορούσε να κοιμηθεί από την ένταση! Στο μυαλό της ερχόταν ξανά και ξανά ο εφιάλτης που είχε δει το προηγούμενο βράδυ! «Δεν αντέχεται άλλο αυτή η κατάσταση! Θα πάω να τους βρω…» Σκέφτηκε και σηκώθηκε.

~

Ο Μπομπ και η Αλέξια περπατούσαν προς την καλύβα των κοριτσιών.

Αλέξια: Δεν μπορώ να φανταστώ ότι κάτι έχει πάθει!

Μπομπ: Ηρέμησε, καλά θα είναι! Απλά ήθελε να μείνει λίγο μόνη… Εξάλλου τι θα μπορούσε να πάθει εδώ πέρα; Ούτε επικίνδυνα ζώα υπάρχουν σε αυτό το δάσος, ούτε μπορεί να μπει κανείς χωρίς να αφήσει τα στοιχεία του στην είσοδο, τίποτα!

Αλέξια: Και αν, λέω αν! Αν έπαθε κάτι, αν λιποθύμησε πουθενά και δεν την έχουμε δει; Είχε και συχνά ζαλάδες, της έπεφτε η πίεση…

Μπομπ: Έλα, έλα να κάτσουμε λίγο στην καλύβα, που ξέρεις ίσως και να έχει γυρίσει, ένα να δούμε!

~

Η Νόμπη έφτασε στην καλύβα των αγοριών αρκετά ταραγμένη. Ο Μπρους σηκώθηκε και την πήρε αγκαλιά ρωτώντας την τι είχε συμβεί.

Νόμπη: Θυμάσαι το βράδυ που ξύπνησα από εφιάλτη; Ξέρεις τι είχα δει;

~

Ο Μπομπ και η Αλέξια, αφού συνήλθαν λίγο από την όλη κατάσταση, επέστρεψαν στην παρέα.

~

Αλέξια: Τι λέτε τώρα θα σταθούμε σε ένα όνειρο; Ποτέ δεν πίστεψα στα όνειρα!

Νόμπη: Ούτε εγώ… Όταν όμως βλέπω ότι δύο λείπουν και ξαφνικά εξαφανίζεται ήδη ένα άτομο, απλά κάνω συνειρμούς!

Μπρους: Σηκωθείτε! Πάμε να πιούμε κάνα ποτό. Αν είναι και έφυγε, μπορεί να είναι οπουδήποτε. Μπορεί να είχε τους λόγους της να εξαφανιστεί. Μην δημιουργείτε σενάρια με το μυαλό σας. Μπορεί να μην συμβαίνει τίποτα απολύτως!

Ρίνα: Μπρους πας καλά; Έχει να μιλήσει με την αδερφή της από εχτές το μεσημέρι. Αν έφυγε που πήγε;

Μπρους: Οπουδήποτε μπορεί να πήγε!

~

Και κάπως έτσι… πήγαν στο μπαρ, χωρίς γιορτινή διάθεση. Ελπίζοντας, πως το ποτό θα τους βοηθούσε να ηρεμήσουν τις σκέψεις τους, για λίγο!

Η Νόμπη, φτάνοντας στο μπαρ, πήγε στον Στούι να του παραγγείλει η ίδια τα ποτά. Φαινόταν σε υπερένταση. Ο πολύς κόσμος τον είχε κάνει να ετοιμάζει τα ποτά με τα χέρια του καλά, καλά να μην φαίνονται απ’την ταχύτητα.

Νόμπη: Στούι!

Στούι: Ναι! Νόμπη; Πως από εδώ; Πως και δεν κοιμάσαι;

Νόμπη: Άστα… Λοιπόν να παραγγείλω για την παρέα μου!

Στούι: Την ποια;

Νόμπη: Την παρέα μου Στούι!

Του απάντησε δείχνοντάς του τα παιδιά και έπειτα του είπε τι ποτά ήθελαν. Ο Στούι για μία στιγμή κράτησε το βλέμμα του επάνω τους και έπειτα ξεκίνησε να ετοιμάζει τα ποτά.

Στούι: Δεν ήξερα ότι κάνεις παρέα με 10 χρόνια μικρότερά σου!

Νόμπη: Δεν κάνω μόνο παρέα! Γιατί; Που είναι το πρόβλημα;

Στούι: Πουθενά! Απλά ένα χρόνο τώρα δεν έκανες ποτέ μία παρέα, έστω για μια ημέρα! Εξάλλου και αυτοί σε μια δυο μέρες θα φύγουν. Για διακοπές ήρθαν!

Νόμπη: Και τι με αυτό; Κάποιοι μένουν κοντά. Ο Μπρους για παράδειγμα μένει πολύ κοντά στην Φορεστιάδα.

Στούι: Έτοιμα τα ποτά σας.

Η Νόμπη επέστρεψε στην παρέα με τα ποτά. Ο Μπρους την κοίταξε γεμάτος απορία. Είχε δει την στάση του Στούι και ας μην τον άκουγε!

Νόμπη: Τι συμβαίνει;

Μπρους: Τι σου έλεγε αυτός;

Νόμπη: Τίποτα, τα δικά του.

Μπρους: Μπορώ να μάθω;

Νόμπη: Δεν χρειάζεται να τα ξέρεις όλα!

Μπομπ: Παιδιά, δεν σας φαίνεται κάπως αυτός σήμερα;

Αλέξια: Έχει πολλή δουλειά, για αυτό.

Μπρους: Λέγε!

Νόμπη: Μπρους ηρέμησε! Δεν μου είπε κάτι που θα έπρεπε να ξέρεις ή να ανησυχείς!  

Μπρους: Μάλιστα.

Το τελευταίο που χρειαζόταν η παρέα, ήταν οι τσακωμοί μεταξύ τους. Ένα τσακωμός όμως, ήταν πολύ εύκολο να υπάρξει με την ένταση που επικρατούσε! Η βραδιά κυλούσε αργά και τα ποτά διαδέχονταν  το ένα το άλλο. Όλοι τους είχαν πιει πολύ! Μόνο ο Μπρους ήξερε τι του συνέβαινε και ήταν και αυτός, που ανέλαβε να τους πάει όλους στην καλύβα που έμεναν τα αγόρια. Ο καιρός είχε αρχίσει και πάλι να χαλάει και ήταν αδύνατο να πάει την Νόμπη στο ξενοδοχείο και τα κορίτσια στην δική τους καλύβα.

Αφού σιγουρεύτηκε πως όλοι είχαν κοιμηθεί, βγήκε και έκατσε σε ένα κούτσουρο σκεπτικός. Όλα όσα είχαν συμβεί τις τελευταίες ώρες γυρνούσαν μέσα στο μυαλό του και έκαναν τόσο θόρυβο! Όσο και αν δεν το είχε δείξει μέσα στην ημέρα, ανησυχούσε πάρα πολύ! Ήταν σχεδόν σίγουρος ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. «Η Ζοζέφ, όταν είχε φύγει για να κοιμηθεί, δεν έμοιαζε και τόσο να έλεγε αλήθεια. Και που να πήγε όμως; Να πήγε σε αυτόν τον μπάρμαν; Αλλά πρέπει να είχε ήδη πάει ένα βράδυ νωρίτερα, γιατί να ξανά πάει; Αυτός από την άλλη δεν φαινόταν ανήσυχος ή κάτι παρόμοιο… Άρα και εκεί να πήγε, ίσως εξαφανίστηκε φεύγοντας!» Δεν έβγαζε καμία άκρη όμως! Και μέσα στις σκέψεις του, θυμήθηκε τον Τζακ. «Αυτός πάλι που είναι; Τώρα τελευταία λείπει κάθε βράδυ… Έμενε πάντα ξύπνιος, αλλά δεν γυρνούσε όλο το βράδυ. Τι έχει πάθει τώρα;» Απόρησε.

~ 30/12 ~

Η Νόμπη είχε ξυπνήσει οριακά για να πάει στην δουλειά της και ίσα που είχε χαιρετήσει τον Μπρους, που είχε μείνει όλη νύχτα ξύπνιος, πριν φύγει!

Σιγά, σιγά, ένας, ένας ξυπνούσαν. Ο Μπρους είχε φροντίσει να φέρει πρωινό για όλους, αφού όλοι είχαν πιει πολύ το προηγούμενο βράδυ.

Ρίνα: Μπρους, μήπως, όσο ήσουν ξύπνιος…

Μπρους: Όχι δεν την είδα!

Αλέξια: Πέρασες από την καλύβα να δεις;

Μπρους: Παιδιά, δεν πρόκειται να γυρίσει! Και το πρωί που πήγα για τα πρωινά, ρώτησα αν βρήκαν κάτι, αλλά μου είπαν δεν φάνηκε να βγήκε ποτέ από την Φορεστιάδα. Εμείς δεν την βρήκαμε σε όλο το δάσος. Οπότε;

Μπομπ: Τι θες να πεις;

Μπρους: Προσέξατε ότι και ο Τζακ έχει εξαφανιστεί;

Ρίνα: Ο Τζακ, τώρα που το λες δεν έφυγε εχτές πριν πάμε για ποτό; Ήθελε να μείνει μόνος του!

Αλέξια: Ο Τζακ κρατάει πάντα όπλο επάνω του…

Μπομπ: Που κολλάει αυτό;

Αλέξια: Αν, συνέβη κάτι με την Ζοζέφ, αν…

Ρίνα: Αποκλείεται! Αφού ήμασταν μαζί μέχρι που με γύρισε στην καλύβα, εσείς ήσασταν για ποτό και η Ζοζέφ ήδη έλειπε!

Αλέξια: Δεν θα μπορούσε μετά που σε άφησε…

Μπρους: Αλέξια σταμάτα το τώρα! Ο Τζακ είχε τους λόγους του που κρατούσε όπλο! Δεν πείραζε ούτε μυρμήγκι όμως!

Αλέξια: Και που είναι τώρα τότε; Γιατί εξαφανίστηκε;

Ρίνα: Παιδιά! Σταματήστε! Εγώ ένα ξέρω, ότι πρέπει να φύγουμε από εδώ, όσο γίνεται πιο γρήγορα!

Μπομπ: Τι λες; Και η Ζοζέφ; Ο Τζακ; Θα τους αφήσουμε έτσι;

Αλέξια: Ο Τζακ μπορεί απλά να το έσκασε!

Μπρους: Όχι! Τον ξέρω καλά!

Ρίνα: Παιδιά!

Αυτή τη φορά, η φωνή της Ρίνας ήταν αναστατωμένη! Είχε τρομάξει και μόνο στην σκέψη αυτού που ήταν έτοιμη να ξεστομίσει!

~

Ο Στούι, εν τω μεταξύ, έκανε βόλτες στο δωμάτιό του σκεπτικός, προβληματισμένος, τρομαγμένος! Φαινόταν να τον πιάνει υστερία… Δεν ήταν καλά! Στο μυαλό του ήρθαν γεγονότα από τις 28 του μήνα!


Μόλις εκείνη η γυναίκα που είχε πάει με τον Στούι στο δωμάτιό του απομακρύνθηκε, η Ζοζέφ του χτύπησε την πόρτα!

Στούι: Παρακαλώ;

Εκείνη όμως δεν απάντησε. Ήξερε πως δεν θα της άνοιγε αν την άκουγε! Όπως ήξερε και πόσο είχε απογοητευτεί, που νόμιζε πως είχε ελπίδες, αλλά αυτός είχε ήδη βρει την επόμενη. Ο Στούι πλησίασε την πόρτα και άνοιξε σχεδόν σίγουρος πως ήταν η ιδέα του.

Η Ζοζέφ τότε τον έσπρωξε και μπήκε μέσα κάνοντάς τον να μπει και να κλείσει την πόρτα.

Στούι: Πως μπαίνεις έτσι; Τι θες πάλι εδώ; Σου ξεκαθάρισα…

Ζοζέφ: Για ποια με πέρασες; Ποιος νομίζεις πως είσαι για να φέρεσαι έτσι σε όποια θες όποτε θες;

Στούι: Ορίστε; Δεν πας καλά! Βγες έξω!

Ζοζέφ: Νόμιζες πως εγώ είμαι από αυτές που με όποιον βρουν πηδιούνται και μετά συνεχίζουν την ζωή τους σαν να μην συνέβη ποτέ; Ή νόμιζες πως εσύ αξίζεις τόσο που να χαίρομαι και που με κοίταξες και μόνο; Ποιος είσαι τέλος πάντων;

Στούι: Πάψε! Όποιος θέλω είμαι! Ότι θέλω κάνω! Ας μην μου καθόσουν! Σου είπα εγώ για σχέσεις και έρωτες; Σου είπα;

Ζοζέφ: Ώστε αυτό που έψαχνες όπως είχες πει ήταν για ένα βράδυ! Ή μάλλον για δέκα λεπτά στην τουαλέτα… Τόση ξευτίλα!

Στούι: Πρόσεχε πως μιλάς! Δέκα λεπτά; Ο Στούι δέκα λεπτά;

Ζοζέφ: Ναι ο περίφημος Στούι μόνο δέκα λεπτά! Και από ότι άκουσα και από έξω, πάντα τόσο κρατάει! Τόσο αξίζουμε για εσένα. Δέκα ολόκληρα λεπτά!

Στούι: Πάψε!

Ο Στούι την έπιασε κλείνοντάς της το στόμα και την κόλλησε στην πόρτα λέγοντάς της να σταματήσει να μιλάει. Εκείνη τον χτυπούσε με τα πόδια της, ενώ με τα χέρια της προσπαθούσε να βγάλει το χέρι του από το πρόσωπό της.

Στούι: Εγώ είμαι άντρας! Όχι κανένας ανίκανος! Επειδή εσύ με έκανες να θέλω μόνο τόσο; Ξενέρωτη! Αυτό είσαι!


«Όχι, όχι!» Αναφώνησε και έκατσε στο κρεβάτι κρατώντας το κεφάλι του, σαν να πήγαινε να σπάσει!

~

Η Ρίνα είχε μόλις βρει την δύναμη να πει αυτό που σκεφτόταν!

Ρίνα: Εκείνο το βράδυ, με την κακοκαιρία εγώ και ο Τζακ πήγαμε στο ξενοδοχείο προσωπικού, ήταν το πιο κοντινό μέρος!

Μπομπ: Στο ξενοδοχείο;

Ρίνα: Ναι… Πηγαίνοντας είδαμε από απόσταση τον Στούι να μπαίνει γεμάτος λάσπες και πολύ βρεγμένος!

Μπρους: Αυτός εκείνη την ώρα θα ετοιμαζόταν για την δουλειά στο μπαρ!

Ρίνα: Άσε με να τελειώσω! Αφού μπήκε, μπήκαμε και εμείς και κρυφτήκαμε να μην μας δει κανείς και μας βγάλει έξω… Μετά από δέκα λεπτά, κατέβηκε έτοιμος για το μπαρ και πολύ βιαστικός!

Μπρους: Τι θες να πεις Ρίνα;

~

Ο Στούι κόντευε να τρελαθεί! Οι εικόνες έκαναν χορό μέσα στο μυαλό του!


Στούι: Μην με χτυπάς! Δεν πρόκειται να σε αφήσω να πεις άλλα! Θα φύγεις ήσυχα τώρα και δεν θα ξανά πατήσεις εδώ!

Η Ζοζέφ όμως, τον χτυπούσε γιατί δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Όχι για να μιλήσει! Όπως της είχε κλείσει το στόμα, εμπόδιζε και την μύτη της στο να αναπνεύσει! Δεν το είχε καταλάβει, μέχρι που ήταν πλέον πολύ αργά!

Ο Στούι το είχε πάρει απόφαση. Μία λύση υπήρχε για αυτόν! Να μην μάθει ποτέ κανείς τι έγινε! Μόνο ένας τρόπος υπήρχε να συμβεί αυτό! Να εξαφανίσει το πτώμα της Ζοζέφ. Έτσι, την τύλιξε με ένα σεντόνι και την κουβάλησε μέχρι πίσω από το ξενοδοχείο. Εκεί ήταν μόνο λάσπη και μετά το ποταμάκι με τον φράχτη! Ούτε καλύβες κοντά ούτε τίποτα. Κανένας δεν θα το μάθαινε, κανένας δεν θα έβλεπε!

Έτσι και έγινε. Άρχισε να σκάβει με ένα φτυάρι ώστε να την θάψει. Έγινε μούσκεμα και μέσα στις λάσπες. Τα κατάφερε όμως. Έτσι πήρε το φτυάρι και το άφησε στο μικρό ξύλινο σπιτάκι με τα εργαλεία για τα φυτά του δάσους που βρισκόταν εκεί δίπλα και έφυγε.


Σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι και άρχισε να κλωτσάει ότι έβρισκε μπροστά του!

Η Νόμπη είχε σχολάσει και γυρνούσε στο δωμάτιό της.

Ο Στούι είχε βγει εκτός ελέγχου! Οι φλέβες στο πρόσωπό του φαίνονταν από χιλιόμετρο και το δέρμα του είχε γίνει κόκκινο! Τα χέρια του ήταν σφιγμένες γροθιές, ενώ η Νόμπη ήδη άνοιγε την πόρτα του δωματίου! Μία καρέκλα που μόλις είχε πετάξει, έπεφτε προς το μέρος της. Εκείνη πρόλαβε να την προσπεράσει φωνάζοντάς του «Τι κάνεις;».

Ο Στούι εκείνη την στιγμή, γύρισε προς το μέρος της, αφήνοντας εμφανέστατο όλο του το σώμα που ήταν σε άσχημη κατάσταση από την σύγχυση!

Η Νόμπη κατάλαβε αμέσως ότι δεν ήταν καθόλου καλό αυτό! Έκανε ένα βήμα προς τα πίσω λέγοντας χαμηλόφωνα «Στούι τι συμβαίνει;» και ταυτόχρονα της ήρθε στο μυαλό ο εφιάλτης της! Ο Στούι άρχισε να την πλησιάζει επιθετικά ενώ εκείνη είχε κοκαλώσει από τον τρόμο!

Νόμπη: Στούι τι πας να κάνεις; Στούι!

Βλέποντας πως δεν έκοβε ταχύτητα και δεν άλλαζε στάση άρχισε να τρέχει προς την έξοδο!

~

Οι υπόλοιποι είχαν πάει ήδη στους υπεύθυνους και έλεγαν τις υποψίες τους για τον Στούι και για την εξαφάνιση της Ζοζέφ, αλλά και του Τζακ. Φυσικά τους πέρασαν για τρελούς, αφού δεν έβρισκαν κάποιο κίνητρο. Η Αλέξια όμως τους έκανε φασαρία!

Αλέξια: Εσείς είστε υπεύθυνοι εδώ πέρα και σας μιλάμε για πιθανό έγκλημα στο δάσος σας και δεν σας νοιάζει; Κάντε κάτι τώρα! Πιάστε τον δεν με ενδιαφέρει τι θα κάνετε! Δεν έχουμε σκοπό να χάσουμε άλλο μέλος της παρέας μας, επειδή εσείς είστε ανίκανοι!

~

Την ίδια στιγμή ο Μπρους είχε αφήσει την παρέα, ψάχνοντας την Νόμπη, η οποία κινδύνευε, μένοντας μαζί του! Πέρασε από το εστιατόριο, αλλά είχε ήδη σχολάσει.

~

Η Νόμπη έτρεχε στις σκάλες και καθώς έφτανε στην έξοδο του ξενοδοχείου γλίστρησε και έπεσε. Ο Στούι βρισκόταν μια ανάσα πίσω της, ενώ εκείνη προσπαθούσε να σηκωθεί και να συνεχίσει να τρέχει!

Την στιγμή που την έφτανε, πρόλαβε και έφυγε τρέχοντας και φωνάζοντας για βοήθεια! Κανένας όμως δεν βρισκόταν στο ξενοδοχείο εκείνη την ώρα! Όλοι δούλευαν! Δεν είχε ελπίδα να την ακούσει κανένας, παρά μόνο αν έφτανε ως τις καλύβες τρέχοντας!

Έτρεχε περνώντας μέσα από τα χόρτα, φεύγοντας από το μονοπάτι, ώστε να γλυτώσει χρόνο, όμως ο Στούι ήταν πολύ γρήγορος και την είχε φτάσει!

Μία ρίζα δέντρου, που ήταν πιο πάνω από το έδαφος, ήταν η αιτία να πέσει στο χώμα και να τελειώσουν εκεί οι ελπίδες της! Γύρισε προς το μέρος του, μπουσουλώντας προς τα πίσω της, ενώ ο Στούι την είχε φτάσει και είχε πιάσει το πόδι της!

Νόμπη: Σε παρακαλώ μη! Μην το κάνεις!

~

Ο Μπρους βρισκόταν στο ξενοδοχείο. Δεν την είχε δει πηγαίνοντας, αφού βρισκόταν έξω από το μονοπάτι εκείνη!

Ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες, ώσπου συνάντησε την ανοιχτή πόρτα του δωματίου της! Μπήκε μέσα και είδε την κατάσταση που επικρατούσε, με όλα τα πράγματα στο πάτωμα και τις πεταμένες καρέκλες. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου είχε φύγει από το ξενοδοχείο, ψάχνοντας τριγύρω για τον Στούι και την Νόμπη!

~

Ο Στούι είχε χτυπήσει την Νόμπη με μία πέτρα στο κεφάλι και την κουβαλούσε αναίσθητη μέσα στο πυκνό δάσος! Το κεφάλι της έτρεχε αίματα και τα μάτια της ίσα που μισάνοιγαν και έβλεπε τα μαλλιά της που σέρνονταν στο έδαφος…

~

Οι υπεύθυνοι της Φορεστιάδας, είχαν καλέσει την αστυνομία και είχαν αρχίσει την εκκένωση του δάσους, χωρίς όμως ανακοίνωση, για να μην προειδοποιηθεί ο Στούι!

Ο Μπομπ, η Αλέξια και η Ρίνα είχαν κάτσει στην είσοδο της Φορεστιάδας ελπίζοντας να δούνε τουλάχιστον τον Μπρους με την Νόμπη να επιστρέψουν!

~

Ο Στούι, είχε δέσει την Νόμπη σε μία καρέκλα στο δωμάτιό τους και είχε κάτσει απέναντί της και κάπνιζε αμίλητος.

Η Νόμπη συνήλθε και μόλις τον είδε απέναντί της προσπάθησε να φωνάξει, όμως το στόμα της ήταν δεμένο!

Την πλησίασε και της είπε με απειλητικό τόνο στην φωνή του ότι αν φώναζε θα την σκότωνε! Έπειτα της έλυσε το στόμα…

Εκείνη έτρεμε ολόκληρη, παρόλο που για χρόνια πίστευε πως ήταν σκληρή!

Νόμπη: Τι θες από εμένα; Άφησέ με!

Στούι: Νομίζεις ότι εγώ ήθελα να βρεθούμε εδώ; Έτσι; Διάλεξα νομίζεις αυτό το δρόμο;

Νόμπη: Τι λες; Δεν καταλαβαίνω!

Στούι: Δεν καταλαβαίνεις! Ούτε η αστυνομία θα καταλάβαινε αν της το έλεγα! Θα έλεγε ότι το έκανα επίτηδες! Δεν υπήρχε μάρτυρας, που είναι το ατύχημα; Πουθενά!

Τα γεγονότα πλέον έρχονταν το ένα μετά το άλλο στο μυαλό του! Εικόνες, πολλές εικόνες! Πρώτα η Ζοζέφ και μετά… Μετά ο Τζακ! Τι ήθελε να βρίσκεται στο ξενοδοχείο εκείνη τη μέρα; Σίγουρα κάτι θα είχε καταλάβει!


Ο Τζακ έφυγε να κάνει μία βόλτα, μόνος του και άφησε την παρέα στην καλύβα. Περπατούσε μέσα στο δάσος, χωρίς να κοιτάζει που πήγαινε. Κάποια στιγμή άρχισαν οι φωνές μέσα στο κεφάλι του, η σκηνή της δολοφονίας της αδερφής του! Γονάτισε προσπαθώντας να διώξει την ανάμνηση από το μυαλό του, αλλά δεν τα κατάφερνε με τίποτα! Ώσπου άκουσε πατημασιές στα χόρτα. Αυτό ήταν. Αποσπάστηκε αμέσως και έφυγαν όλες οι φωνές και οι εικόνες! Ήταν σίγουρος όμως πως δεν υπήρχε καλύβα κοντά του, μονάχα το ξενοδοχείο προσωπικού! Γύρισε απότομα προς τα πίσω και είδε τον Στούι!

Στούι: Τι κάνεις τέτοια ώρα εδώ εσύ;

Τζακ: Τι σε νοιάζει εσένα τι κάνω;

Στούι: Με νοιάζει! Δεν υπάρχει λόγος να είσαι κοντά στο ξενοδοχείο, δεν υπάρχει τίποτα απολύτως που να σε ενδιαφέρει εδώ!

Τζακ: Ναι; Τίποτα;

Στούι: Δεν κατάλαβα;

Τζακ: Ξέρεις πολύ καλά τι λέω Στούι!

Νόμπη: Άσε με να φύγω!


Ο Στούι συνήλθε από την ανάμνηση.

Στούι: Πουθενά δεν θα πας! Δεν θα σε αφήσω, όπως δεν άφησα και τον άλλο να…

Νόμπη: Ποιον άλλο; Τι έκανες;

Η φωνή της πλέον έβγαινε με λιγμούς!

Νόμπη: Στούι τι έκανες;

Το βλέμμα του μαρτυρούσε την ενοχή του! Μαρτυρούσε το μίσος που είχε μέσα του, που πήγαζε από τον φόβο του να τον καταλάβουν!

Νόμπη: Δεν μπορεί… Όχι… Όχι!

Η Νόμπη έχασε την ψυχραιμία της, την έπιασε υστερία, άρχισε να κλαίει και να φωνάζει για βοήθεια. Ο Στούι της έκλεισε και πάλι το στόμα στον φόβο να την ακούσουν!

Άρχισε να περιστρέφεται μέσα στο δωμάτιο μονολογώντας πως κάτι έπρεπε να κάνει, να φύγει, να εξαφανιστεί! Η Νόμπη έκλαιγε από τον φόβο και χτυπιόταν προσπαθώντας να λυθεί.

~

Η Αλέξια κατάφερε να μπει και πάλι στο δάσος, παρά το ότι η αστυνομία δεν άφηνε κανέναν να μπει, πηγαίνοντας κατευθείαν στο ξενοδοχείο. Το ένιωθε πως κάτι είχε πάει στραβά!

~

Ο Στούι πήρε ένα μαχαίρι και το κρατούσε απειλητικά προς την Νόμπη. Εκείνη έτρεμε και μόνο στην σκέψη του τι επρόκειτο να ακολουθήσει! Την πλησίαζε αργά, με ένα τόσο τρομακτικό βλέμμα. Είχε την έκφραση ενός τρελού! Της έλυσε το στόμα λέγοντάς της πως ήθελε να ακούσει τις τελευταίες της λέξεις! Εκείνη χαμηλόφωνα, με όση δύναμη της είχε μείνει από τον φόβο, αλλά και το αίμα που είχε χάσει από το χτύπημα στο κεφάλι της, είπε…

Νόμπη: Γιατί; Γιατί Στούι; Τι σου κάναμε; Τι συνέβη;

Στούι: Τι συνέβη; Η τελευταία σου επιθυμία είναι να μάθεις τι συνέβη Νόμπη; Άκου λοιπόν τι συνέβη!

~

Η Αλέξια έτρεχε όσο γρηγορότερα μπορούσε, ώσπου έπεσε επάνω στον Μπρους!

~

Ρίνα: Δεν αντέχω άλλο!

Μπομπ: Ούτε εγώ! Και η Αλέξια τι έκανε γαμ**ο!

Ρίνα: Και εσύ γιατί την άφησες;

Μπομπ: Τι να έκανα;

~

Στούι: Δεν μπορούσα να τον αφήσω να με πάει στην αστυνομία! Όχι, όχι, εγώ δεν γεννήθηκα για να κλειστώ στην φυλακή! Εγώ έχω άλλα όνειρα, έχω μέλλον!

Νόμπη: Όχι!

Στούι: Όχι; Όχι;

Νόμπη: Δεν έχεις μέλλον! Κανένα μέλλον Στούι! Είσαι ένας δολοφόνος! Και αν σε κατηγορούσαν τι; Προτίμησες να γίνεις δολοφόνος, για να μην πούνε ότι ήσουν όταν  δεν ήσουν;

Στούι: Πάψε!

Νόμπη: Βοήθεια!

Με τις φωνές της, ο Στούι, σήκωσε το χέρι που κρατούσε το μαχαίρι για να την καρφώσει!

~

Ο Μπρους και η Αλέξια έτρεχαν στις σκάλες του ξενοδοχείου, ελπίζοντας να προλάβουν!

~

Νόμπη: Στούι!

~

Έφτασαν στο δωμάτιο και άρχισαν να χτυπάν την πόρτα, με την ελπίδα να την ανοίξουν, ή να την σπάσουν!

Εκείνη ήταν η στιγμή που ο χρόνος πάγωσε…

Ένας αστυνομικός βρέθηκε πίσω τους να τους λέει να φύγουν από την μέση, ενώ εκείνοι φώναζαν γιατί άργησε τόσο να πάει εκεί, αφού ήταν το πρώτο μέρος που έπρεπε να είχε πάει!

Η Νόμπη είχε καρφώσει το βλέμμα της στο βλέμμα του, μέχρι πριν λίγο, φίλου της!

Το χέρι του κατευθυνόταν ευθεία προς την καρδιά της.

Ο αστυνομικός πυροβόλησε την κλειδαριά, ανοίγοντας έτσι την πόρτα.

Η αμέσως επόμενη στιγμή, βγήκε μία σφαίρα να χτυπάει τον Στούι και τον αστυνομικό να τραβάει την καρέκλα της Νόμπη, έτσι ώστε να μην προλάβει να χτυπηθεί με το μαχαίρι!

Ο Μπρους και η Αλέξια έτρεχαν προς το μέρος της, ενώ ο Στούι έπεφτε στο πάτωμα, αναίσθητος.

Μία λίμνη αίματος χρωμάτισε όλο το πάτωμα!

Ο αστυνομικός έλυνε την Νόμπη, με την βοήθεια του Μπρους, αλλά και της Αλέξια, που για μια στιγμή είχε πάθει σοκ, στην θέα του Στούι, που έπεφτε…

Ένα χρόνο μετά!

Ο Μπρους με την Νόμπη, ο Μπομπ με την Αλέξια και η Ρίνα επισκέφτηκαν το νεκροταφείο που βρίσκονταν οι τάφοι των δύο φίλων τους, Ζοζέφ και Τζακ. Οι τάφοι τους βρίσκονταν δίπλα, δίπλα. Ο κάθε ένας τους άφησε από ένα λουλούδι και έκατσαν εκεί όλοι μαζί για λίγη ώρα.

Ήταν ένας χρόνος και μερικές μέρες από όταν δολοφονήθηκαν! Τα χαρτιά έλεγαν για στραγγαλισμό της Ζοζέφ και πολλαπλά τραύματα στο κεφάλι του Τζακ! Ο Στούι κλείστηκε στην φυλακή, έπειτα από την νοσηλεία του. Κατηγορήθηκε για δύο φόνους, γιατί ακόμη και αν ήταν ατύχημα με την Ζοζέφ, το ότι την έθαψε και δεν μίλησε σε κανέναν, αποδείκνυε άλλα!

ΤΈΛΟΣ

Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

dimitrapyromali

I started writing (Greek Novels & Narratives) at the age of 13-14. I use to write about thriller, or drama, or both into one Novel. From the age of 19, I own my blog "Open Mind", which I created on my own! I write small texts, all about the way we think, act and generally the way we live! From the age of 20, I create my Gallery into the blog. It is about photographs I take! Most of them, are about sights of the sea, the sky, the clouds. I love to keep moments! Either into my writings, or through photographs. I don't trust my memory, because it will probably leave me someday, as everyone loses his memories as he grows up! Into this blog, you will find: Posts about everything I write on my own. (small texts, responses, novels, narratives) Photographs into Gallery that I shoot, most of them have no effect. --> Selected images into my writings' posts, are most of them from the internet - pixabay.com! ~You will find the Creative Commons into menu! Thank you for your time!~

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s