Σε Απόσταση Αναπνοής!

Διήγημα, είδους: (κοινωνικό) δράμα. Είναι η αγαπημένη μου, από όσες Νουβέλες έχω γράψει! Διαδραματίζεται στην Πάτρα, με πρωταγωνίστρια την Νόρα. Γράφω στο πρώτο ενικό πρόσωπο, όπως τα περισσότερα δράματα που γράφω, ώστε να δημιουργείται στον αναγνώστη η αίσθηση ότι είναι ο ίδιος μέρος της υπόθεσης! Θα ήταν τιμή μου κάθε κοινοποίηση, αλλά όχι αντιγραφή επικόλληση το κείμενο.

Βρισκόμαστε στην μεγαλύτερη πόλη της Πελοποννήσου, την Πάτρα! Το όνομά της το έλαβε από τον Πατρέα, έναν Αχαιό από την Σπάρτη.

Είναι η περίοδος του Πατρινού καρναβαλιού. Η μεγαλύτερη αποκριάτικη εκδήλωση στην Ελλάδα. Εγώ, η Νόρα, είμαι 14 χρονών. Πρώτη φορά πήγα στο καρναβάλι, συνήθως με άφηναν στο σπίτι! Είχα πάει με τον μπαμπά μου, τον Λουκά, που είχε δύο ημέρες χωρίς να ταξιδεύει και την μαμά μου, την Μάρθα. Ήταν η τελευταία Κυριακή, η ώρα όπου καίγανε τον Βασιλιά καρνάβαλο, στο λιμάνι της Πάτρας. Όλοι χόρευαν, πετούσαν πυροτεχνήματα, γινόταν χαμός!! Η μουσική χαμήλωσε και άρχισαν οι αναγγελίες για το επόμενο καρναβάλι. Τότε μας βρήκαν οι θείοι μου, ο Βλάσης, διευθυντής εργοστασίου ανακύκλωσης και η Πόπη, μαζί με τα ξαδέρφια μου, τον 18χρονο Μιχάλη και την 10χρονη Μαρίζα. Είχαμε αρχίσει και πίναμε.. η ξαδέρφη μου ήταν η μόνη που δεν έπινε!! Η αλήθεια είναι ότι το είχαμε παρακάνει με το ποτό εκείνο το βράδυ!! Εγώ ειδικά, που πρώτη μου φορά έπινα ποτό!! Αχ.. ήμουν τόσο χαρούμενη εκείνο το βράδυ!! Ήθελα τόσο πολύ να πάω μαζί τους! Όμως, από την πολύ χαρά μου έχασα τον έλεγχο και μέθυσα. Χόρευα, γέλαγα.. Δεν καταλάβαινα τι έκανα σχεδόν!!

Πλήρωσα ακριβά όμως αυτό το μεθύσι!! Πολύ ακριβά!!  Ξύπνησα σήμερα το πρωί, στο κρεβάτι ενός ξενοδοχείου!! Όχι μόνη μου όμως!! Μόλις συνειδητοποίησα ποιος ήταν δίπλα μου πετάχτηκα από το κρεβάτι στην άλλη άκρη του δωματίου τσιρίζοντας!! Έπαθα σοκ!! Τι έκανα;; Και κυρίως, με ποιον το έκανα!! Ένιωθα αηδία και μόνο που το σκέφτηκα, το τι μπορούσε να είχε γίνει μεταξύ μας, καθώς τον είχα πλησιάσει!! Από τις φωνές μου τον ξύπνησα!  Με έπιασε από το χέρι και μου ψιθύρισε «Σταμάτα να φωνάζεις!! Δεν έγινε τίποτα κακό μεταξύ μας!! Αυτό θα είναι το μυστικό μας..» Από την μία ένιωσα μία τεράστια ανακούφιση, καταλαβαίνοντας πως δεν είχα χάσει αυτό το τόσο πολύτιμο που είχα!! Την παρθενιά μου!! Όμως.. πως θα γυρνούσα στο σπίτι;; Τι θα έλεγα στους γονείς μου;; Ήμουν σε απόγνωση! Ντύθηκα, χωρίς καν να τον κοιτάω! Εκείνος συνέχιζε τον ύπνο του ήρεμος, εντελώς χαλαρός! Πως μπορούσε;; Μήπως τελικά, όντως δεν είχαμε κάνει κάτι κακό; Μήπως εγώ είμαι υπερβολική;; Δεν ξέρω!! Έφυγα και πήρα το λεωφορείο για το σπίτι. Όταν έφτασα, ο μπαμπάς μου είχε ήδη φύγει για το καράβι. Σαν καπετάνιος έπρεπε να είναι εκεί σχεδόν κάθε ημέρα! Έτσι βρήκα μόνο την μητέρα μου στο σπίτι. Μόλις με άκουσε να μπαίνω, άφησε την δουλειά που έκανε και έτρεξε και με πήρε αγκαλιά!

Μάρθα: Αγάπη μου, που ήσουν;; Όλο το βράδυ έλειπες!!

Την βλέπω πόσο έχει ανησυχήσει.. Δεν μπορώ να της επιβεβαιώσω την ανησυχία της, πως κάτι μου συνέβη!! Έτσι, αποφασίζω να της πω ψέματα! Να της πω για πρώτη μου φορά ψέματα!!  «Μαμά, ηρέμησε! Σε μία φίλη μου από το σχολείο έμεινα, που την συνάντησα εχτές, στο καρναβάλι..» Πραγματικά δεν ξέρω πως κατάφερα να βγάλω τις λέξεις από το στόμα μου!! Φαίνεται να με πίστεψε.. Της είπα πως θέλω να πάω να διαβάσω και πήγα στο δωμάτιό μου!! Κλείνοντας την πόρτα ξέσπασα σε κλάματα!! Αρχίζω και θυμάμαι.. Θυμάμαι όσα έγιναν!! Τι αηδία!! Με πήρε από το καρναβάλι, λέγοντάς μου πως πρέπει να ξαπλώσω γιατί ήπια πολύ.. Προσποιήθηκε ότι με νοιάζεται!! Με πήγε στο ξενοδοχείο, αλλά εγώ δεν έδωσα σημασία.. Δεν λειτουργούσα!! Όταν μπήκαμε στο δωμάτιο, άρχισε να με γδύνει λέγοντάς μου πως δεν κάνει να κοιμόμαστε με τα ρούχα. Εγώ απλά τον άφηνα. Γιατί;; Με ξάπλωσε στο κρεβάτι και άρχισε να με χαϊδεύει περίεργα, σε μέρη του δώματός μου, που ούτε εγώ δεν άγγιζα! Γιατί το έκανε αυτό;; Τον έσπρωχνα και του έλεγα να σταματήσει. Ένιωθα τρομερή αηδία!  Μετά νευρίασε και με άφησε να κοιμηθώ, αλλά ξάπλωσε δίπλα μου, γυμνός! Με πιάνει τρέμουλο, δεν είμαι καθόλου καλά!! Πρέπει κάτι να κάνω, να το ξεχάσω όλο αυτό!! Τι αηδία!!

Αρχίζουν και περνάνε οι μέρες. Δεν έχει έρθει καθόλου στο σπίτι. Έχω αφοσιωθεί στα μαθήματά μου προσπαθώντας να ξεχάσω.. Βοηθάει! Ήδη αρχίζω και ηρεμώ τώρα. Έχει έρθει το Πάσχα. Είναι από τις ημέρες που είμαστε όλοι εδώ στο σπίτι. Ευτυχώς από το καρναβάλι ως σήμερα, η μητέρα μου δεν δούλευε και ήταν εκείνη μαζί μου στο σπίτι. Τώρα όμως.. άρχιζε δουλειά και ο μπαμπάς μου ήρθε μόλις για μία ημέρα!! Για σήμερα!! Η μαμά μου και η θεία μου μαγειρεύουν στην κουζίνα, ενώ ο μπαμπάς μου και ο θείος μου ψήνουν στην αυλή το κρέας. Εγώ κάθομαι μαζί με τα ξαδέρφια μου στο σαλόνι. Η Μαρίζα, είναι όπως πάντα ήρεμη, αμίλητη. Μόνο όταν την πειράζει ο Μιχάλης φαίνεται να ζωντανεύει.. Ίσως γιατί συνέχεια την γαργαλάει, ή την νευριάζει. Ενώ εγώ πάω στην τουαλέτα. Την ώρα που πλένω τα χέρια μου ακούω χτύπημα στην πόρτα. «Άλλος..» λέω, όμως η πόρτα ανοίγει. Δεν με άκουσαν;; «Άλλος, μισό λεπτό!!» Μπαίνει μέσα όμως.. «Το ήξερα ότι είσαι εσύ μέσα, για αυτό και μπήκα..» Μου ψιθύρισε πλησιάζοντάς με. Τραβήχτηκα.. Πάω να φύγω όμως δεν μπορώ. Με κρατάει από την μέση και με έχει στριμώξει στην γωνία του μπάνιου. Αρχίζει και πλησιάζει το πρόσωπό του στον λαιμό μου.. Του λέω να με αφήσει, όμως δεν με ακούει! Νιώθω τα μάτια μου που βουρκώνουν!! Όμως, ευτυχώς με αφήνει. «Έχουμε καιρό..» λέει.. Φεύγω αμέσως και πάω πάλι στο σαλόνι. Μετά από λίγο έρχεται ο Μιχάλης και πειράζει την αδερφή του. Μόλις βλέπει ότι εκείνη κουράζεται, έρχεται σε εμένα. Εγώ όμως δεν έχω καμία όρεξη! «Άφησέ με.. μη με αγγίζεις!!» του λέω.

Μιχάλης: Τι έπαθες;;

Τον κοίταζα με τόση αποφασιστικότητα που πήγε πάλι στην αδερφή του. Η θεία μου μας φώναξε να πάμε για φαγητό, αλλά εγώ ήμουν αφηρημένη. Είδα μόνο την Μαρίζα που έτρεξε προς την μαμά της λέγοντας πως την πειράζει ο Μιχάλης. Εγώ, ακόμα βυθισμένη στις σκέψεις μου, να σκέφτομαι την φράση που μου είπε στην τουαλέτα.. «Έχουμε καιρό» Τι έχουμε καιρό;; Δεν θα με αφήσει ήσυχη;; Πάνω που ηρέμησα, γιατί με ταράζει;; Τι θέλει;;

Η θεία μου με άγγιξε στον ώμο και συνήλθα. Έκατσα μαζί με τους υπόλοιπους στο τραπέζι να φάμε. Τους κοιτάζω όλους έναν, έναν.. Φαίνονται τόσο χαρούμενοι!! Και εγώ έτσι θα έπρεπε να είμαι σήμερα!! Είναι Πάσχα!! Είναι η ημέρα που είναι σπίτι ο μπαμπάς μου!! Και εγώ είμαι τόσο.. λυπημένη!! Ο μπαμπάς μου με είδε και σκέφτηκε να με πειράξει.

Λουκάς: Είχαμε συνηθίσει την Μαριζούλα να είναι μουτρωμένη την ώρα του φαγητού, σήμερα πήρες εσύ την θέση της Νόρα;

Η αλήθεια είναι ότι μόνο αστείο που δεν μου φάνηκε.. Ωστόσο οι υπόλοιποι γελούσαν ασταμάτητα. Ευτυχώς οι ώρες περνούσαν γρήγορα και βράδιασε. Έφυγαν όλοι για να πάνε για ύπνο. Ο μπαμπάς μου ήδη είχε κοιμηθεί, αφού έφευγε πρωί, πρωί. Εγώ βοήθησα την μητέρα μου να μαζέψει το σπίτι και μόλις τελειώσαμε πήγαμε στα δωμάτιά μας. Ξάπλωσα να κοιμηθώ, τρομερά κουρασμένη. Προσπαθώ πάρα πολύ. Όμως δεν μπορώ να κοιμηθώ!! Στριφογυρνάνε τόσο έντονα μέσα στο μυαλό μου οι εικόνες από τότε.. Από το καρναβάλι. Μέσα σε μία του φράση, γύρισε όλες μου τις άσχημες σκέψεις στο μυαλό μου!! Μία του φράση.. «Έχουμε καιρό!»

Σιγά, σιγά άρχισα να ηρεμώ, ώσπου κατάφερα να κοιμηθώ.

Είμαι μέσα σε ένα κουτί και προσπαθώ να βγω. Χτυπάω με όλη μου την δύναμη, όμως δεν μπορώ. Ξαφνικά ακούω βήματα. Φωνάζω βοήθεια και αμέσως τα βήματα ακούγονται πιο κοντά. Μου ανοίγει το κουτί να βγω. Είναι αυτός!! Πάω να φύγω αλλά με κρατάει, λέγοντάς μου ότι δεν μπορώ να πάω πουθενά και με κλείνει πάλι μέσα στο κουτί!! Το κουτί αρχίζει και γεμίζει νερό.. δεν μπορώ πια να αναπνεύσω.. Πνίγομαι!!

Χτυπάει το ξυπνητήρι μου και πετάγομαι. Έχει έρθει το πρωί. Πρέπει να ετοιμαστώ γρήγορα, να αποχαιρετήσω, για άλλη μία φορά, τον μπαμπά μου. Αυτή τη φορά όμως, ήμουν σίγουρη ότι δεν θα ήταν όπως τις προηγούμενες φορές!! Αυτή τη φορά, η μαμά μου δούλευε και υπεύθυνος για εμένα έμενε ο θείος μου και ο ξάδερφός μου!! Ο ξάδερφός μου δούλευε μαζί με τον θείο μου και έτσι είχαν παρόμοιο πρόγραμμα. Η Μαρίζα, είχε την μαμά της πάντα στο σπίτι, αφού δούλευε μόνο ώρες που μπορούσε να την αφήσει με τον θείο μου, ή με τον αδερφό της. Μέχρι και τώρα, η ξαδέρφη μου και η θεία μου τους βλέπουν με το ζόρι τις Κυριακές ή κάποια βράδια τους βλέπει η Μαρίζα, ανάλογα ποιος θα γυρίσει νωρίτερα. Θυμάμαι από μικρή είχε εφιάλτες και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Για αυτό και καμιά φορά προλαβαίνει να τους δει. Τώρα, όπως και κάθε φορά που ο μπαμπάς μου έφευγε, ενώ η μαμά μου δούλευε, ο θείος μου και ο ξάδερφός μου, φροντίζουν να περνάει ο ένας από τους δύο κάθε βράδυ πριν πάνε στο σπίτι τους, για να βλέπουν αν είναι όλα καλά. Από την πρώτη και όλας εβδομάδα, άρχισε να έρχεται μόνο ο ένας, με την δικαιολογία πως ο άλλος είχε περισσότερες δουλειές.

Στην πραγματικότητα όμως, έρχεται για εμένα! Η μαμά μου δουλεύει όλη μέρα και έτσι μόλις γυρνάει πέφτει για ύπνο και δεν τον βλέπει καθόλου. Μου έχει πει όμως να του ανοίγω εγώ για να ξέρουν ότι είμαστε καλά. Ήρθε.. χτυπάει την πόρτα. Η μαμά μου κοιμάται! «Καλά είμαστε, η μαμά κοιμάται και εγώ πάω τώρα γιατί έχω σχολείο αύριο.. καληνύχτα!» Δεν του άνοιξα καν την πόρτα. «Άνοιξέ μου, άσε με να μπω μέσα. Ξέρεις ότι σε αγαπάω!» Τώρα τι να κάνω;;;; Και αν πει της μαμά μου ότι δεν ανοίγω;;; Ανοίγω την πόρτα και μπαίνει μέσα αγκαλιάζοντάς με.. αλλά όχι όπως όλους!! Σαν να θέλει να με πάει στο κρεβάτι!! Δεν θέλω! «Αν το ξανά κάνεις αυτό θα έχεις πρόβλημα!! Δεν θες να έχει άλλον έναν λόγο να στεναχωρηθεί η μαμά σου σωστά;» Με κοιτάζει με τόσο ανατριχιαστικό τρόπο!! Δεν μπορώ ούτε να τον βλέπω! «Όχι, δεν θέλω.. Αλλά άφησέ με!! Νυστάζω!» έχω αρχίσει και φοβάμαι. Το νιώθω!! Δεν θα με αφήσει!! Έχει κολλήσει επάνω μου και το ..νιώθω επάνω μου! Αηδιάζω!! Αρχίζει και με φιλάει στον λαιμό πηγαίνοντας πιο κάτω το χέρι του!! Νιώθω περίεργα.. δεν το έχω ξανά νιώσει αυτό!! Δεν μου φαίνεται σωστό όμως!! Πάει να μου βγάλει το παντελόνι.. Τον σπρώχνω!! «Άσε με, σε παρακαλώ!!» Με πιάνουν τα κλάματα!! Με κοιτάζει και μου λέει να σταματήσω να ακούγομαι!! Ακούει έναν ήχο από το δωμάτιο της μαμάς μου και απομακρύνεται. «Θα σε δω αύριο!» λέει και φεύγει γρήγορα.

Μάρθα: Τι κάνεις εκεί;; Ήρθε κανείς;

Νόρα: Ήρθαν να δουν αν είμαστε καλά..

Μάρθα: Αα.. εντάξει, άντε για ύπνο κορίτσι μου, έχεις σχολείο αύριο!

Γύρισε στο δωμάτιό της, χωρίς να καταλάβει τίποτα. Περνάνε οι ημέρες.. οι εβδομάδες.. Έρχεται πια, κάθε βράδυ εκείνος.. Κάθε βράδυ περνάω το ίδιο βασανιστήριο!! Με στριμώχνει και πηγαίνει τα χέρια του σε σημεία που με κάνει να νιώθω πάρα πολύ άβολα!! Δεν με αφήνει να ησυχάσω! Λέει πως αν πω το οτιδήποτε, ή αν αντιδράσω και προσπαθήσω να τον σταματήσω, θα είναι τεράστιο λάθος μου. Επιμένει πως το κάνει για το καλό μου! Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω ακόμα τι ακριβώς εννοεί όταν το λέει αυτό! Αυτό που σίγουρα ξέρω όμως, είναι ότι δεν είμαι καλά.. Καθόλου καλά!! Νιώθω αηδία για το σώμα μου!! Εμένα την ίδια!! Δεν μπορώ πια να κοιτάζομαι στον καθρέφτη! Νιώθω πως βλέπω μία άλλη! Κάθε μέρα που πάω στο σχολείο, νιώθω όλο και πιο απόμακρη, πιο ξένη με όλους τους και ιδίως με τα αγόρια.. Αποφεύγω κάθε σχέση με το αντίθετο φίλο.. Τις προάλλες, ένας συμμαθητής μου με ρώτησε κάτι για ένα μάθημα και του μίλησα πολύ απότομα! Πραγματικά νιώθω απαίσια όταν αντιδράω έτσι!! Δεν μπορώ να το ελέγξω όμως! Σήμερα όμως θα σταματήσει όλο αυτό!! Θα μιλήσω στην μητέρα μου!! Απόψε! Αχ.. εύκολο να το λες.. Πολύ εύκολο να το λες! Το βράδυ, που γύρισε από την δουλειά, πριν να έρθει αυτός, της άνοιξα κουβέντα.

Νόρα: Μαμά.. θέλω να μιλήσουμε!

Μάρθα: Έγινε κάτι;

Νόρα: Ναι.. βασικά, δεν ξέρω πώς να στο πω..

Μάρθα: Τι συμβαίνει;

Νόρα: Μαμά.. ξέρεις.. από τότε που ήρθα πρώτη φορά στο καρναβάλι.. δεν με έχει αφήσει ήσυχη.. Εννοώ.. δεν είχα κοιμηθεί σε καμία φίλη μου! Ξύπνησα μαζί του στο ίδιο κρεβάτι.. και από τότε με κυνηγάει!! Λέει πως είναι για το καλό μου αλλά δεν το νομίζω.. Νομίζω..

Μάρθα: Ποιος κορίτσι μου;;

Η μητέρα μου δεν με πίστεψε!! Άρχισε να μου λέει πως αποκλείεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο και ειδικά από αυτό το άτομο και μου είπε να γυρίσω στο δωμάτιό μου, λέγοντας πως δεν είναι σωστό να λέμε τόσο άσχημα ψέματα!! Δεν πρόκειται να το πω ποτέ, σε κανέναν! Αφού δεν με πίστεψε η ίδια μου η μάνα, ποιος θα με πιστέψει;; Κανένας!! Είμαι πλέον, μόνη μου!! Εντελώς μόνη!! Μία ημέρα αργότερα, η ξαδέρφη μου η Μαρίζα ήρθε στο σπίτι. Λες και ήξερε τι συμβαίνει με ρώτησε αν είμαι καλά.. Δεν της άφησα περιθώριο όμως να με ξανά ρωτήσει.. Ήταν η πρώτη φορά που άρχισα να προσποιούμε πως ήμουν χαρούμενη!! Ήξερα ήδη πως είναι ο μόνος τρόπος για να κρύψω καλά τι συμβαίνει!

Τα χρόνια περνούν και η κατάσταση αυτή όλο και χειροτερεύει. Κάθε φορά που ο πατέρας μου λείπει στα καράβια, εκείνος έρχεται εδώ, δήθεν να δει αν είμαστε καλά.. Νιώθω πως δεν μπορώ πια να κρύψω αυτή την κατάσταση!! Κάθε φορά μου ζητάει και περισσότερα πράγματα!! Εχτές.. ήρθε και η μητέρα μου έλειπε! Ήταν από τα λίγα βράδια που δούλευε.. Και από τα χειρότερα βράδια της ζωής μου!  Χτύπησε την πόρτα και εγώ έκανα απόλυτη ησυχία προσπαθώντας να τον κάνω να νομίζει πως έλειπα, ή κοιμόμουν! Όμως ήξερε ότι ήμουν εκεί, ξύπνια. Άρχισε να μου λέει σιγά, ξέροντας πως τον άκουγα, ότι αν δεν ανοίξω θα το μετανιώσω ακριβά! Φοβήθηκα!! Έτσι του άνοιξα. Με έπιασε γύρω από την μέση και με πήγε ως τον καναπέ. Ήρθε από επάνω μου και άρχισε πάλι να με φιλάει! Άρχισα να τον σπρώχνω!! «Άφησέ με, δεν θέλω! Δεν μπορώ άλλο, άσε με!» Φώναζα, μα αυτός δεν με άφηνε!! Ήξερε πως κανείς δεν με άκουγε! «Σε θέλω!! Σε αγαπάω!! Να το θυμάσαι αυτό!! Δεν χρειάζεται να φοβάσαι.. εγώ το καλό σου θέλω!» Είχα μπερδευτεί τόσο πολύ!! Αν έλεγε αλήθεια; Αν όντως δεν κάναμε τίποτα κακό; Όχι δεν μπορεί να έκανα τόσο μεγάλο λάθος!! Εχτές όμως, ένιωσα τεράστια απέχθεια για τον εαυτό μου!! Αηδία! Με έκανε να τον αγγίξω, σε μέρη του σώματός του! Έχω αρχίσει ήδη και έχω πολύ περίεργη ψυχολογική κατάσταση!! Εδώ και καιρό, σε άκυρες στιγμές μου πέφτει η ψυχολογία!! Ενώ κάνω κάτι που με ευχαριστεί, ή διαβάζω, ξεσπάω σε κλάματα!!!

Η μάνα μου έχει αρχίσει και πιστεύει ότι όλα αυτά ευθύνονται στην εφηβεία.. Όλο τσακωνόμαστε! Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει!! Νομίζω ότι έχει δίκιο.. Τώρα τελευταία έχω συνέχεια νεύρα!! Θυμώνω χωρίς λόγο!

Προπάντων όμως φοβάμαι! Φοβάμαι μην κάνω εγώ σε κάποιον άλλο κακό!! Μην κακοποιήσω κανέναν, σωματικά ή και ψυχολογικά! Αρχίζω και νιώθω ότι τρέμω, δεν παίρνω αέρα, πρέπει να βγω έξω!! Ταυτόχρονα νιώθω ένα θυμό μέσα μου!! Πάω προς την πόρτα, έτοιμη να φύγω! Η μάνα μου όμως με πετυχαίνει στην πόρτα..

Μάρθα: Νόρα; Που πας τέτοια ώρα κορίτσι μου;

Νόρα: Έξω.. ήθελα να πάρω λίγο αέρα..

Μάρθα: Παιδί μου τι έχεις; Τι σου συμβαίνει;;

Δεν άντεξα άλλο να κρύβομαι!! Ξέσπασα σε κλάματα!! «Δεν μπορώ άλλο μαμά! Δεν μπορώ άλλο!» Με ρώτησε τι εννοούσα ενώ με πήρε αγκαλιά γεμάτη ανησυχία. Ήμουν έτοιμη να της τα πω όλα, για άλλη μία φορά να της τα πω όλα!! Δεν μπόρεσα όμως.. Τους είδα απέναντί μου! Ο θείος μου και ο ξάδερφός μου πλησίαζαν.. ήρθαν πιο νωρίς και μαζί.. Μαζί; Δεν της το είπα τελικά.

Νόρα: Ο μπαμπάς μου λείπει μαμά! Θέλω να έρθει!!

Βλάσης: Αδερφή, τι έπαθε το παιδί; Είναι καλά;

Μιχάλης: Νόρα τι έχεις;

Μάρθα: Δεν είναι τίποτα, της λείπει ο πατέρας της.. Ελάτε μέσα, καθίστε!

Κάτσαμε στο σαλόνι όλοι μαζί. «Είναι πιεσμένη από τις εξετάσεις και λείπει και ο πατέρας της.. Ξέρετε, αύριο θα μάθουμε πως τα πήγε στις πανελλήνιες!» Είπε η μητέρα μου.. Με πήρε ο ύπνος στην αγκαλιά της μητέρας μου! Μέσα από τον ύπνο μου, άκουσα την μητέρα μου να λέει «Εμένα θα με συγχωρέσετε, αλλά είμαι πολύ κουρασμένη, πρέπει να κοιμηθώ λίγο!» Ο ένας από τους δύο της είπε πως θα έμενε γιατί ανησυχούσε για εμένα. Δεν ξεκαθάρισα την φωνή του όμως! Μόλις μείναμε οι δύο μας στο δωμάτιο, ήρθε και έκατσε δίπλα μου και μου χάιδευε τα μαλλιά.

Βρίσκομαι σε ένα βουνό, πολύ ψηλό!! Τον βλέπω.. Είναι απέναντί μου! Πλησιάζει! «Φύγε!! Φύγε!!» Του φωνάζω. Δεν φεύγει όμως! Συνεχίζει να με πλησιάζει!! Δεν θέλω.. πρέπει κάτι να κάνω, να τον σταματήσω! Έρχεται γρήγορα!! Δεν έχω άλλη επιλογή.. θα πηδήξω στο κενό!! Πέφτω.. πέφτω!!

Ξυπνάω και πετάγομαι επάνω! Τον βλέπω μπροστά μου!! Για μία στιγμή νόμιζα πως είχα γλιτώσει, μα όχι!! Είμαι ακόμη εδώ!! Ξεσπάω σε κλάματα!! «Γιατί;;» Λέω, ενώ εκείνος με παίρνει αγκαλιά σπρώχνοντάς με να ξαπλώσω και πάλι! Αυτή την φορά όμως, τα πράγματα ξεφεύγουν! Φαίνεται πολύ περίεργος!! Σαν να τον έχει πιάσει μανία! Μου κρατάει τα χέρια.. δεν με αφήνει!! Με φιλάει συνέχεια στο στόμα, σαν να προσπαθεί με αυτό τον τρόπο να με κάνει να μην μιλήσω, να μην ακουστώ! Μου κατεβάζει το παντελόνι ενώ ακούγεται η ανάσα του μέσα στο αυτί μου. Με ζεσταίνει πολύ, δεν ξέρω τι συμβαίνει!! Είναι πολύ περίεργος!! Με κοιτάει σαν να βλέπει μπροστά του το παντοτινό του όνειρο!! Με αηδιάζει αυτό το βλέμμα!! Τρομάζω!! Τι να κάνω;; Πως θα τον κάνω να σηκωθεί από επάνω μου;; Δεν ξεκολλάει!! Με έχει στριμώξει! Δεν μπορώ να κουνηθώ! Αν μιλήσω όμως τι θα μου κάνει;; Μακάρι να σηκωθεί η μαμά!! Να τον δει.. Αλλά όχι, όχι! Θα νιώσει απαίσια! Ήδη δεν είναι καλά με την απουσία του μπαμπά τις τελευταίες ημέρες!! Προσπαθεί να ξεκουμπώσει το παντελόνι του!! Όχι.. δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό! Δεν θέλω να γίνει!! Τελικά δεν κάνει αυτό που φοβόμουν, όμως.. κάνει πράγματα που ούτε έχω δει ποτέ μου!! Νιώθω παράξενα! Εγώ φταίω!! Δεν ξέρω με ποιον τρόπο, αλλά σίγουρα εγώ φταίω.. Ίσως επειδή δεν τον σταματάω.. Δεν ξέρω!

Το επόμενο πρωί, η μητέρα μου προσπαθεί να με ξυπνήσει να πάω στο σχολείο, ενώ εκείνος έχει φύγει!

Μάρθα: Έλα κορίτσι μου, δεν θα πας να δεις που πέρασες;; Έλα σήκω!!

Νόρα: Νυστάζω μαμά..

Μάρθα: Καλά, θα περάσω εγώ να δω..

Όταν μάθαμε πως δεν πέρασα στην Πάτρα, αλλά στην Αθήνα, η μητέρα μου στεναχωρήθηκε πολύ! Παρόλα αυτά μου είπε πως ίσως είναι καλύτερα γιατί θα μάθαινα να είμαι ανεξάρτητη! Εγώ όμως ένιωσα μία αυθόρμητη χαρά!! Όχι τόσο για την σχολή, όσο για το ότι επιτέλους θα είχα απόσταση από εκείνον!! Θα ηρεμούσα εκεί..

Οι ετοιμασίες έγιναν γρήγορα και όλα ήταν έτοιμα για να πάω να μείνω στην Αθήνα, κοντά στην σχολή! Την τελευταία Κυριακή πριν πάω στην Αθήνα είχε έρθει ο μπαμπάς μου και μαζευτήκαμε όλοι μαζί να φάμε. Η μητέρα μου ανακοίνωσε ότι έφευγα για την Αθήνα και ότι πέρασα στην σχολή εκεί. Όλοι χάρηκαν.. εκείνος όμως, δεν περίμενα να χαρεί και μάλιστα τόσο!! Είναι δυνατόν;; Ένας άνθρωπος σαν και αυτόν να φέρεται έτσι;; Ένας που κακοποιεί, να δείχνει ταυτόχρονα  πως με νοιάζεται και να χαίρεται για εμένα, παρόλο που θα είμαστε πια μακριά;; Όμως δεν έδωσα πολύ βάση σε αυτό.. Το μόνο που είχα στο μυαλό μου, ήταν ότι έφευγα!!

Και επιτέλους έφυγα!! Πήγα μαζί με την μητέρα μου, ώστε να φτιάξουμε το σπίτι, όπως μου άρεσε! Το βάψαμε με το αγαπημένο μου χρώμα, μωβ, αλλά αυτό το ανοιχτό ώστε να μην σκοτεινιάζει! Το γεμίσαμε με διακοσμητικά, χαλάκια και κουρτίνες. Τόσο όμορφο!! Μέσα σε αυτές τις λίγες ώρες που ήμουν ήδη μακριά του ένιωθα τόση γαλήνη!! Το κυριότερο όμως, ήταν πως ήξερα πως δεν πρόλαβε να μου πάρει το πολυτιμότερο που είχα, την παρθενιά μου!

Από τους πρώτους μήνες και όλας, άρχισαν να φεύγουν οι εφιάλτες μου! Πρώτη φορά στα τελευταία 4 χρόνια που δεν νιώθω την ανάγκη να φύγω!! Έχω μία περίεργη, αισιόδοξη αίσθηση.. Είμαι ελεύθερη!! Επιτέλους ελεύθερη!! Η μητέρα μου, όποτε τα κατάφερνε ερχόταν και με έβλεπε. Και ο πατέρας μου, όποτε έκανε στάση με το πλοίο στην Αθήνα, ερχόταν και με έβλεπε, έστω και για μία ώρα! Ήταν πάντα τόσο χαρούμενος που με έβλεπε χαρούμενη! Πίστευε πως επειδή έβγαινα πιο πολύ με φίλους από την σχολή, ήμουν χαρούμενη! Η αλήθεια είναι πως είχα καταφέρει να κάνω δύο πολύ καλές φίλες ως τώρα!

Μόλις που τέλειωσε η πρώτη χρονιά. Έχει ήδη μπει το καλοκαίρι. Κάθομαι με τα δύο κορίτσια σε μία παραθαλάσσια καφετέρια. Μόλις που κάναμε το πρώτο μας μπάνιο!! Νιώθω τόσο ήρεμη! Γαλήνια! Όμως, δεν αργεί να χαθεί όλη αυτή η ηρεμία!! Τον είδα, μόλις τώρα!! Είμαι σίγουρη πως τον είδα στον απέναντι δρόμο να με κοιτάζει!! Δεν μπορεί να ήταν ιδέα μου!! Έριξα μία ματιά στα κορίτσια μα μόλις ξανά κοίταξα απέναντι είχε χαθεί. Τους είπα μία δικαιολογία και αμέσως γύρισα στο σπίτι μου και κλειδώθηκα μέσα! Έκατσα στον καναπέ, κάτω από το παράθυρο και προσπάθησα να ηρεμήσω! Εκείνος όμως βρισκόταν ήδη από έξω! Όταν άκουσα το κουδούνι, αλλά από το ματάκι της πόρτας δεν είδα κανέναν, νόμιζα πως είχε αφήσει ο ταχυδρόμος κάποιο λογαριασμό. Ανοίγοντας όμως την πόρτα, πριν προλάβω καν να κοιτάξω γύρω μου, με άρπαξε και με έσπρωξε μέσα! «Μου έλειψες! Σε θέλω.. Να ξέρεις ότι ζήλεψα όταν το έμαθα!! Κάνατε τίποτα μαζί;;» Μου είπε.. Ήταν μόλις ένα βράδυ πριν.. Είχα πάει για βραδινό περπάτημα και παραλίγο να πέσω, όταν σκόνταψα σε μία λακκούβα. Με έπιασε λίγο πριν πέσω.. μιλήσαμε λίγο, με πλησίασε και με φίλησε! Αχ.. αυτό το φιλί, ήταν τόσο ωραίο, τόσο γλυκό! Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα όμορφα με κάποιον! Πρώτη φορά που είχα αφήσει άτομο του αντίθετου φίλου να με πλησιάσει!

«Πες μου, προχωρήσατε;; Έχετε κάνει κάτι;;»

Νόρα: Όχι, όχι! Στο ορκίζομαι δεν κάναμε τίποτα, μόνο ένα φιλί! Τίποτα άλλο..

Είχε κολλήσει το πρόσωπό του στο δικό μου γεμάτος θυμό! Τον παρακαλούσα να με αφήσει, αλλά εκείνος έμοιαζε ικανός να κάνει τα πάντα! Άρχισε και πάλι να με κυνηγάει! Αναγκαζόμουν να μένω σε φίλες μου.. όμως δεν μπορούσα να το κάνω συνέχεια αυτό! Θα υποψιαζόντουσαν τι συμβαίνει.. Θα γινόμουν ρεζίλι, θα γελούσαν μαζί μου! Αναγκάστηκα να γυρίσω στο σπίτι που έμενα μόνη μου. Τα βράδια προσπαθούσα να κοιμηθώ, αλλά δεν μπορούσα! Φοβόμουν πλέον να κοιμηθώ! Μόλις έκλεινα τα μάτια μου, τον έβλεπα από επάνω μου, με αυτό το αηδιαστικό βλέμμα που είχε πάντα! Είχα αρχίσει να τρελαίνομαι! Δεν είχα όρεξη για τίποτα πλέον!! Το μόνο που έκανα σωστά, ήταν το διάβασμα.. το μόνο που έκανα σωστά, γιατί ήταν το μόνο που ήξερα ότι το κάνω μόνο για εμένα! Ξεσπούσα έτσι! Έχω πια την αίσθηση πως είμαι επικίνδυνη! Πως μπορώ να κάνω κακό στους άλλους.. Έτσι απομακρύνομαι από κάθε μου παρέα!! Αρχίζω να ξεσπάω στον εαυτό μου!! Σημαδεύω το σώμα μου.. Φέρομαι αρκετά παράλογα!

Αυτό το βράδυ, ήρθε όπως καμία άλλη φορά. Είχε βγάλει δικό του κλειδί, κρυφά από εμένα! Και ήταν τελείως διαφορετικός! Έμοιαζε αποφασισμένος! Με έπιασε και με έριξε μπρούμυτα στο κρεβάτι, καταφέρνοντας να με ακινητοποιήσει! Έχασα ότι πολυτιμότερο είχα!! Μου πήρε την παρθενιά μου!! Όταν έφυγε, είχα μείνει ακίνητη στο κρεβάτι, από τους πόνους! Όλο το στρώμα είχε γεμίσει με αίμα! Ένιωθα σαν να έχανα τις αισθήσεις μου!! Σηκώθηκα με τα χίλια ζόρια, πήγα στην κουζίνα και άρπαξα ένα μαχαίρι.. Άνοιξα το νερό και άρχισε να γεμίζει η μπανιέρα. Έβγαλα την ματωμένη μπλούζα μου και μπήκα στην μπανιέρα. Ήμουν απελπισμένη! Τον άκουσα που άνοιγε την πόρτα με το κλειδί που είχε.. Γύρισε πίσω.. Γιατί;; Ίσα που προλάβαινα! Τράβηξα μία μαχαιριά στην μέσα μεριά του καρπού μου αποφασισμένη! Εκείνος όμως πρόλαβε και μπήκε στην τουαλέτα και μόλις το είδε, έπιασε και έδεσε το χέρι μου σφιχτά με την πεταμένη μου μπλούζα! «Κρατήσου, κρατήσου!» Μου είπε.. Τα κανόνισε όλα, ώστε να φανεί πως πήγαν να με κλέψουν και με μαχαίρωσαν. Φρόντισε να μην μάθουν τίποτα οι γονείς μου! Με γύρισε στο σπίτι και με έβαλε να κοιμηθώ λέγοντάς μου.. «Δεν ήθελα να γίνουν όλα αυτά.. Σε θέλω τόσο πολύ!! Επειδή σε αγαπάω το κάνω.. Αλήθεια!»

Και καθώς περνούσαν τα χρόνια στην σχολή, έφτασε η ημέρα απονομής των πτυχίων!! Παρόλα αυτά που περνούσα, κατάφερα να βγάλω καλούς βαθμούς!! Τώρα, περίμενα να έρθουν οι γονείς μου στην απονομή και μετά να πάμε να το γιορτάσουμε! Είμαι τόσο χαρούμενη!! Παίρνοντας το πτυχίο μου, θα φύγω έξω! Έχω ήδη βρει μία πολύ καλή δουλειά!! Θα τους το ανακοινώσω στο φαγητό, αργότερα!

Έλαβα τρομερό χειροκρότημα όταν ανακοίνωσαν πως αρίστευσα!! Ναι.. όσα ζούσα τα ισορροπούσα ξεσπώντας στο διάβασμα! Έτσι τα κατάφερα!! Όταν πήγαμε για φαγητό, τα σχέδιά μου άλλαξαν! Ήρθαν οι θείοι μου και τα ξαδέρφια μου.. Δεν μπορούσα να πω μπροστά τους για το εξωτερικό! Θα το άκουγε και εκείνος, θα με ακολουθούσε! Έτσι, αναγκάστηκα να μην πω απολύτως τίποτα. Η μητέρα μου, μου είπε πως θα έμεναν σε ένα ξενοδοχείο εκείνη και ο πατέρας μου και το επόμενο μεσημέρι να είμαι έτοιμη που θα με έπαιρναν να πάμε στην Πάτρα. Μόνο μία λύση έχω! Ετοιμάζω το βράδυ τα πράγματά μου σε μία βαλίτσα.. Τα απαραίτητα.. Έχω ήδη βγάλει το εισιτήριο, οπότε το πρωί φεύγω κρυφά! Έτσι.. λίγο πριν φύγω από το σπίτι μου, γράφω και αφήνω ένα γράμμα για τους γονείς μου επάνω στο τραπέζι..

Το μεσημέρι, οι γονείς μου πάνε να με βρούνε, μα κανείς δεν τους ανοίγει! Εγώ βρίσκομαι ήδη έξω από το αεροδρόμιο. Την ώρα που είμαι έτοιμη να περάσω απέναντι τον δρόμο, κάποιος μου κλείνει το στόμα με ένα υγρό πανί. Αρχίζω και ζαλίζομαι, πέφτω!

Οι γονείς μου διαβάζουν το γράμμα.

«Μαμά, μπαμπά.. συγνώμη που δεν σας μίλησα και σας άφησα ένα ξερό γράμμα.. Δεν μπόρεσα να σας μιλήσω εχτές στο τραπέζι! Φεύγω με την μεσημεριανή πτήση. Βρήκα δουλειά στο εξωτερικό. Δεν μπορώ άλλο να ζήσω εδώ!! Κινδυνεύω απίστευτα! Έχασα ήδη αρκετά χρόνια από την ζωή μου, δεν αντέχω άλλο! Από τα 14 μου ζω πολύ άσχημες καταστάσεις.. που προφανώς δεν έχετε καταλάβει ακόμη! Ένα πολύ κοντινό μας πρόσωπο, που καλύτερα να μην σας πω το όνομά του.. μου φέρεται απίστευτα άσχημα.. Όλα ξεκίνησαν την πρώτη μου φορά που ήρθα στο καρναβάλι..»

Οι γονείς μου κόντευαν να τρελαθούν με όσα τους έγραφα.. Την μητέρα μου την πιάνουν τα κλάματα!!

Μάρθα: Εγώ φταίω!!

Λουκάς: Τι εννοείς;;

Μάρθα: Όταν ήταν 15.. μου είχε μιλήσει.. και δεν την είχα πιστέψει!! Είμαι απαίσια μάνα!! Απαίσια!!

Ο πατέρας μου την πιάνει από τον λαιμό..

Λουκάς: Ποιος είναι;; Μίλα Μάρθα! Ποιος είναι! Μίλα γιατί αλλιώς θα σε σκοτώσω!!

Μάρθα: Λουκά!! Ποτέ δεν θα κάλυπτα τον βιαστή της κόρης μου!!

Άνοιξα τα μάτια μου.. Νιώθω ότι δεν μπορώ να κουνηθώ.. Είμαι δεμένη.. και γυμνή!! Που είμαι;; Ταράζομαι και αρχίζω να κοπανιέμαι προσπαθώντας να λυθώ, αλλά τίποτα.. Τίποτα!! Έχει πολύ ησυχία εδώ.. Αποκλείεται να υπάρχουν κοντά σπίτια!! Μόνο ένα μέρος μπορεί να είναι αυτό.. Είμαι στο εξοχικό που πηγαίναμε οικογενειακώς όταν ήμουν μικρό παιδάκι!

Έχει αρχίσει και σκοτεινιάζει. Ο μπαμπάς μου μόλις που έχει φτάσει στο σπίτι των θείων μου και έχει μπει μέσα φουριόζος! «Που είναι αυτός;; Που είναι;;»

Πόπη: Ποιος;

Ο Μιχάλης μπαίνει στο δωμάτιο συγχρόνως..

Μιχάλης: Τι έγινε; Θείε;

Λουκάς: Ο Βλάσης!! Το κτήνος! Που είναι;;;

Η Μαρίζα, 19 χρονών πια, κάθεται στο σαλόνι και παρακολουθεί..

Μαρίζα: Δεν τον έχουμε δει από εχτές.. Είχε δουλειές στην Αθήνα.. ίσως είναι στο εξοχικό μας!

Πόπη: Από πού και ως που να είναι εκεί; Αφού..

Λουκάς: Κορίτσι μου..

Ο πατέρας μου καταλαβαίνει πως και η Μαρίζα έχει περάσει πολλά από τον πατέρα της.. τον δήθεν σοβαρό διευθυντή εργοστασίου!! Η Μαρίζα σκύβει το κεφάλι της..

Πόπη: Παιδί μου.. Τι συμβαίνει;; Λουκά μίλα σε παρακαλώ!!

Η μητέρα μου, είχε πάει στο τμήμα και έλεγε όλα όσα ήξερε! Είπε πως δεν πρόλαβε την πτήση μου και ανέφερε τα πάντα.. Από αυτό που της είχα πει στα 15 μου, μέχρι και τις αλλαγές στην συμπεριφορά μου που νόμιζε πως ήταν λόγο εφηβείας και τέλος το γράμμα! «Σας παρακαλώ.. έχει κλειστό το τηλέφωνό της.. αποκλείεται να μην έχει φτάσει η πτήση!! Κινδυνεύει!! Κάντε κάτι!!»

Εγώ έχω ξεσπάσει σε κλάματα.. αναρωτιέμαι.. Γιατί;; Γιατί σε εμένα;; Γιατί δεν μπορώ να δώσω ένα τέλος;; Γιατί;; Ακούγονται βήματα επάνω στο ξύλινο πάτωμα.. Προσπαθώ να κρατήσω την ανάσα μου να ακούσω.. Πλησιάζει.. έρχεται!!

Βλάσης: Ξύπνησες;;

Φοβάμαι!! Τρέμω!! Τι θα κάνει;; Δεν έχει φτάσει ποτέ σε τέτοιο σημείο!! Νομίζω ότι έρχεται το τέλος μου!!

Βλάσης: Γιατί έφευγες;;

Νόρα: Τι άλλο θέλεις από εμένα;; Γιατί δεν με αφήνεις ήσυχη;; Άσε με να φύγω.. Θέλω να φύγω!!

Ο πατέρας μου οδηγάει με όσο περισσότερη ταχύτητα μπορεί ώστε να πάει στο εξοχικό! Έχει ήδη βραδιάσει!! Η αστυνομία κατευθύνεται προς το εξοχικό, μα είναι αρκετά πιο πίσω από τον Λουκά..

Περίμενα μονάχα ένα θαύμα!! Κάποιον.. οποιονδήποτε για να με σώσει!! Δεν ερχόταν όμως κανείς!! Και αυτός.. αυτός δεν σταματούσε!! Ήξερε πως ήδη με είχε χάσει.. Δεν είχε φραγμούς!! Δεν με άφησε να αυτοκτονήσω τότε στην μπανιέρα.. Γιατί;;  Για να με σκοτώσει τώρα αυτός;; Δεν άντεχα άλλο!! Πονούσα τόσο πολύ!! Περισσότερο ψυχολογικά παρά σωματικά! Αίμα είχε αρχίσει να ρέει από μέσα από το σώμα μου… Είχα εξαντληθεί πια!

Τα μάτια μου είχαν γουρλώσει από την προσπάθειά μου να αναπνεύσω. Τα χέρια του έσφιγγαν όλο και περισσότερο τον λαιμό μου! Σαν να είχε μίσος μέσα του, μανία. Το βλέμμα μου μαρτυρούσε πως δεν είχα άλλη δύναμη να το παλέψω. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, ένας κρότος τον έκανε να στρέψει το βλέμμα του προς την πόρτα. Στεκόταν εκεί ο πατέρας μου σοκαρισμένος, με ένα όπλο στα χέρια. Εκείνος όμως δεν σταμάτησε! Δεν τράβηξε τα χέρια του… Γύρισε και με κοίταξε και έσφιξε ακόμη περισσότερο τα χέρια του γύρω από τον λαιμό μου. Εγώ τον κοίταζα χωρίς πλέον να νιώθω πόνο! Έβλεπα μόνο το αίμα να στάζει από το στήθος του και τον πατέρα μου να έρχεται προς το μέρος μου.

Όταν έφτασε η αστυνομία ήταν πια αργά!! Ο πατέρας μου μόλις που είχε κάνει ένα φόνο!! Παρόλα αυτά.. δεν με έσωσε!! Μέσα σε λίγα λεπτά είχα «φύγει».. Δεν άντεξα!! Λίγο πριν φύγω, τον άκουσα να μου φωνάζει να γυρίσω.. να κρατηθώ, ενώ οι αστυνομικοί μου λύνανε τα χέρια και τα πόδια μου! Η ανάσα μου είχε επανέλθει, αλλά κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει την αιμορραγία! Του χαμογέλασα..  Επιτέλους ένιωθα μία πλήρη ηρεμία!! Το σώμα μου είχε αρχίσει να γίνεται πιο ελαφρύ.. Δεν με βάραινε πια! Επιτέλους έβγαινα από αυτό το σιχαμερό σώμα! Επιτέλους.. είχε έρθει το τέλος!!

ΤΕΛΟΣ 

Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

dimitrapyromali

I started writing (Greek Novels & Narratives) at the age of 11. I use to write about thriller, or drama, or both into one Novel. From the age of 19, I own my blog "Open Mind", which I created on my own! I write small texts, all about the way we think, act and generally the way we live! From the age of 20, I created my Gallery into the blog. It is about photographs I take! Most of them, are about sights of the sea, the sky, the clouds. I love to keep moments! Either into my writings, or through photographs. I don't trust my memory, because it will probably leave me someday, as everyone is going to lose his memories as he grows up! Into this blog, you will find: Posts about everything I write on my own. (small texts, responses, novels, narratives) Photographs into Gallery that I shoot, most of them have no effect. --> Selected images into my writings' posts, are some of them from the internet - pixabay.com and some are from my Gallery! ~You will find the Creative Commons into menu! Thank you for your time!~

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s